«Τα Πουλιά» από τη Θεατρική Ομάδα Παράβαση, σε σκηνοθεσία Αλεξίας Παπαλαζάρου. 
 
Τείνει να πάρει τη μορφή συνειδητής ιεροτελεστίας η ετήσια επάνοδος μετά από το ξελαμπικάρισμα των διακοπών στις επάλξεις της μάχιμης (!) θεατρικής θέασης με την παρακολούθηση ερασιτεχνικών προτάσεων. Συγκεκριμένων. Διότι σε προσωπικό επίπεδο αποτελεί και μια υποσυνείδητη απόπειρα συγχρονισμού με τους ειδικούς ρυθμούς μιας κοινότητας της οποίας 11 χρόνια τώρα δεν κατέστη δυνατό να αποτελέσω ενεργό μέρος, λόγω χαρακτήρα αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν δραστηριοποιούμαι επαγγελματικά και κοινωνικά εκεί. Όλα αυτά τα χρόνια στα Λύμπια εξακολουθώ να αισθάνομαι περίπου σαν επισκέπτης στο ίδιο μου το σπίτι.
Δεν ξέρω αν αυτή η αποστασιοποίηση με το χωριό όπου κατοικώ λειτουργεί θετικά ή αρνητικά σε σχέση με την οπτική μου πάνω στις παραστάσεις της τόσο δραστήριας και συνειδητοποιημένης τοπικής θεατρικής ομάδας, της Παράβασης. Την οποία δεν θα μπορούσα να διακηρύξω ότι παρακολουθώ ανελλιπώς, μπορώ όμως να ισχυριστώ ότι έχω σχηματίσει μια άποψη σχετικά με την αισθητική, τη φιλοσοφία, τη θεώρησή της πάνω στο θέατρο. Καταρχάς, το γεγονός ότι μια ερασιτεχνική –και με τη ρομαντική έννοια- ομάδα έχει κατορθώσει να αρθρώσει άποψη και να καθορίσει μια αισθητική, αποτελεί από μόνο του ένα σπουδαίο επίτευγμα.
Απαλλαγμένη, μάλιστα, από το άχθος και την ευθύνη της επαγγελματικής σοβαροφάνειας, απελευθερωμένη από τα δεσμά του θεατρικού ανταγωνισμού και απενοχοποιημένη στην αντιμετώπιση των κειμένων, η Παράβαση προσεγγίζει την εκάστοτε πρότασή της με θάρρος αλλά και με σεβασμό, με πειραματική διάθεση αλλά και τεκμηριωμένη εργασία. Από την άλλη, δίνει την εντύπωση ότι κατά βάθος δεν σκοτίζεται για το αποτέλεσμα καθαυτό, με τη δεδομένη «εμπορική επιτυχία» να αντικατοπτρίζεται και στις δύο sold out βραδιές στο ευρύχωρο, ειδικά διαμορφωμένο προαύλιο του Πολιτιστικού Κέντρου Λυμπιών. Μοιάζει να σκοτίζεται περισσότερο για το «ταξίδι» παρά για τον προορισμό. Κι έτσι πρέπει. Το ερασιτεχνικό θέατρο το κινεί ένα ρομαντικό πάθος και μια άδολη αφοσίωση, μια διακονία σε βάρος του προσωπικού χρόνου του κάθε συντελεστή, με απώτερο στόχο μια ιδιωτική διαδρομή που θα αποθεώνει το πολιτικό αίτημα της συνύπαρξης και της κοινωνικότητας. Είναι μια λειτουργική επικοινωνιακή συνθήκη.
 
Εν προκειμένω, η θεατρική Νεφελοκοκκυγία των Λυμπιών ανέθεσε φέτος σε μια δοκιμασμένη σκηνοθέτιδα και δασκάλα του θεάτρου, την Αλεξία Παπαλαζάρου, να ανεβάσει τα «Πουλιά» -δηλαδή τους Όρνιθες- του Αριστοφάνη. Η επιλογή του τίτλου κάθε άλλο παρά αποτελεί προσπάθεια αποφόρτισης από το βάρος της ανάγνωσης ενός ασήκωτου κλασικού κειμένου. Είναι μάλλον μια θαρραλέα δήλωση σύγχρονης ανάγνωσης, σε μια διασκευή- προσαρμογή μάλιστα από την ίδια την Παπαλαζάρου με ομοιοκατάληκτους και έμμετρους διαλόγους που απογειώνουν τον ρυθμό, αναδεικνύοντας παράλληλα την ποιητική δύναμη του πρωτότυπου.
Η θεατρική ομάδα των Λυμπιών πήρε το όνομά της από ένα γνώρισμα της Παλαιάς Κωμωδίας που υπονοεί την προσέγγιση των θεατών από τον Χορό, σπάζοντας τη σύμβαση. Στα «Πουλιά» ο Χορός πάλλεται ως ενιαίο σώμα μαζί με τους ήρωες σε όλα τα σημεία της παράστασης και θριαμβεύει μαζί τους, κατά τα πρότυπα της κωμικής παράδοσης αλλά και πέρα από αυτά, καθώς αναγγέλλει τη δικαίωση και την κοσμοκρατορία των ρομαντικών. Αν δεν ξεχωρίζει κάποιος από τους ηθοποιούς ευθύνεται η σύνολη καλλιτεχνική προσέγγιση σε συνδυασμό με την παροιμιώδη άμιλλα που λειτουργεί στο εσωτερικό του θιάσου. Είναι δυνατόν όλη αυτή η θετική ενέργεια να μη μεταλαμπαδεύεται στην κατάμεστη πλατεία;
 
Ο σεβασμός στην κοινωνική τέχνη του θεάτρου συν τοις άλλοις προδίδεται και στη φιλοξενία και αντιμετώπιση από την τοπική κοινωνία και των υπόλοιπων ερασιτεχνικών ομάδων που συμμετέχουν στο πρόγραμμα και ανακηρύσσουν το Φεστιβάλ Θεάτρου της Παράβασης σε μοναδικό στο είδος του στην Κύπρο. Αυτό φάνηκε στην υποδοχή του Θεατρικού Εργαστηρίου Μέσα Γειτονιάς που παρουσίασε το «Μπαμ» του Γιώργου Νεοφύτου, ο οποίος είναι το τιμώμενο πρόσωπο της φετινής διοργάνωσης. Είναι προφανές ότι αυτού του είδους η έντιμη τριβή με την τέχνη του θεάτρου στο τέλος της ημέρας παράγει και μοιράζεται υγεία, ήθος και το όραμα για έναν καλύτερο και ομορφότερο κόσμο.
 
Φιλgood, τεύχος 236