Όσα έδειξε ο «Μάκβεθ» για την πορεία του Φεστιβάλ Όπερας της Πάφου.
Είτε μάς αρέσει είτε όχι, η καλύτερη μουσική στην Κύπρο, τουλάχιστον με όρους ερμηνευτικής ευαισθησίας και τονικής ακρίβειας, έχει εκτελεστεί στην Πλατεία του Μεσαιωνικού Κάστρου της Πάφου. Συχνά με όχι και τις ιδανικότερες καιρικές και ποτέ με τις ιδανικές ακουστικές συνθήκες. Δεν είναι μόνο η Φιλαρμονική του Βερολίνου που είχαμε την τύχη να απολαύσουμε με τον ήλιο ντάλα, αλλά και πολλές από τις ορχήστρες που υποστήριξαν τις παραγωγές όπερας ενός θεσμού που η πραγματικότητα είναι ότι έχει καταφέρει να βάλει την Κύπρο στον χάρτη των διεθνών φεστιβάλ του είδους. Κι έχει τύχει να -προσπαθήσουν να- τις υποστηρίξουν με δυνατό αέρα, ψιχάλα, ψύχρα, υπό τον κρότο πυροτεχνημάτων, τον βόμβο της μηχανής των αεροπλάνων και πολλές άλλες παρεμβολές.
Είτε μάς αρέσει είτε όχι, η καλύτερη μουσική στην Κύπρο, τουλάχιστον με όρους ερμηνευτικής ευαισθησίας και τονικής ακρίβειας, έχει εκτελεστεί στην Πλατεία του Μεσαιωνικού Κάστρου της Πάφου. Συχνά με όχι και τις ιδανικότερες καιρικές και ποτέ με τις ιδανικές ακουστικές συνθήκες. Δεν είναι μόνο η Φιλαρμονική του Βερολίνου που είχαμε την τύχη να απολαύσουμε με τον ήλιο ντάλα, αλλά και πολλές από τις ορχήστρες που υποστήριξαν τις παραγωγές όπερας ενός θεσμού που η πραγματικότητα είναι ότι έχει καταφέρει να βάλει την Κύπρο στον χάρτη των διεθνών φεστιβάλ του είδους. Κι έχει τύχει να -προσπαθήσουν να- τις υποστηρίξουν με δυνατό αέρα, ψιχάλα, ψύχρα, υπό τον κρότο πυροτεχνημάτων, τον βόμβο της μηχανής των αεροπλάνων και πολλές άλλες παρεμβολές.
Σε μια χώρα που οι αίθουσες μουσικής θεωρούνται περιττή πολυτέλεια και δεν υπάρχει κι ένας Νιάρχος να μάς χτίσει μια Λυρική Σκηνή (που και να υπήρχε είναι αμφίβολο αν θα μπορούσαμε να τη διαχειριστούμε), η ανοιχτή πλατεία είναι ό,τι καλύτερο διαθέτουμε και πρέπει να αρκεστούμε σ’ αυτό και να καταπιούμε τις αναπόφευκτες εκπτώσεις σε ό,τι αφορά την εργονομία και την ακουστική. Στην άλλη άκρη της ζυγαριάς, άλλωστε, υπάρχει η ειδυλλιακότητα του χώρου που αποτελεί και το σήμα κατατεθέν της διοργάνωσης.
Το πρόβλημα είναι ότι ιστορικά υποχρεωθήκαμε να καταπιούμε κι άλλου είδους εκπτώσεις ειδικά όταν απήλθαν τα πρώτα «χρυσά χρόνια» όπου το χρήμα έρεε, ο προϋπολογισμός ήταν υπερδιπλάσιος του υφιστάμενου και μπορούσαμε να φέρουμε κορυφαίους οργανισμούς της λυρικής πιάτσας. Από το 2013 μέχρι και πέρσι «κατάπιαμε» την πιο σημαντική ίσως έκπτωση που ήταν η συμμετοχή της Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου. Ζούσαμε στη «ρομαντική» εποχή της κρίσης και βλέπαμε περίπου ως χαριτωμένα τα ανύπαρκτα σκηνικά και τα φτηνά κοστούμια και ως ευκαιρία τη συμμετοχή του κρατικού συμφωνικού συνόλου, που κλήθηκε να κολυμπήσει στα βαθιά χωρίς να απογοητεύσει.
Η φετινή διοργάνωση συνιστά ακόμη μια αλλαγή σελίδας στην πορεία του θεσμού. Το αξιοσημείωτο σερί από εύπεπτες κωμικές όπερες έλαβε τέλος με την επιστροφή στην κανονικότητα με τον «Μάκβεθ» του Ακαδημαϊκού Εθνικού Θεάτρου, Όπερας και Μπαλέτου Bolshoi της Λευκορωσίας. Στην κανονικότητα του Βέρντι, της δραματικής όπερας, ενός εντυπωσιακού όσο και λειτουργικού σκηνικού και έξυπνων, ταιριαστών κοστουμιών, μιας μπαρουτοκαπνισμένης ορχήστρας, ενός καλοκουρδισμένου συνόλου μεγάλης εμβέλειας και των έμπειρων μονωδών.
Δεν πρέπει να είμαστε άδικοι με τη Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου. Για έξι χρόνια υπερέβαλλε εαυτόν για να ανταπεξέλθει σ’ ένα πεδίο πέραν της εμπειρίας και των δυνατοτήτων της, αποδεικνύοντας ότι δεν είχε μείνει στάσιμη, αλλά χωρίς να καταφέρει να κρύψει τις ανισότητές της. Εντούτοις, το γεγονός ότι οι Λευκορώσοι ήρθαν με το δικό τους μουσικό σύνολο ήταν ίσως το στοιχείο που έκανε την εμφανή διαφορά. Ένα σύνολο ποιοτικά ανώτερο, με ισοδύναμους μουσικούς, αλλά κυρίως «ψημένο» σε υψηλών απαιτήσεων παραγωγές και με καλλιεργημένη τη χημεία με τους λυρικούς τραγουδιστές.
Την τελευταία φορά που έγινε αυτό ήταν με την ορχήστρα της όπερας του Εθνικού Θεάτρου της Σλοβακίας, το 2012, που (συμπτωματικά;) ήταν η τελευταία που είδαμε Βέρντι και μάλιστα τον «Οθέλλο», δηλαδή πάλι ένα έργο εμπνευσμένο από τον Σαίξπηρ. Θεωρώ τη φετινή παραγωγή ακόμη ανώτερη γιατί οι δημιουργοί αποδείχτηκαν όχι μόνο άριστοι επαγγελματίες αλλά και τιμητές της τέχνης τους.
Ο γενικός διευθυντής του Θέατρου Bolshoi Βλαντίμιρ Γκριντιούσκο ανέλαβε προσωπικά τη μελέτη και καλλιτεχνική διεύθυνση. Πιστώνεται κι ο ίδιος το άριστο δέσιμο του μεταλλικού περιστρεφόμενου σκηνικού του Αλεξάντρ Κοστιουτσένκο με τον χώρο, τις εντυπωσιακές βιντεοπροβολές στην πρόσοψη του κάστρου που επέκτειναν την οπτική εμπειρία, τις ευρηματικές σκηνοθετικές ιδέες του Μιχαήλ Παντζαβίτζε που ενέτασσαν τις επάλξεις της ταράτσας στη δραματική εξέλιξη.
Ένα σκοτεινό έργο, χωρίς ερωτικά πάθη αλλά με μεγάλη ένταση και θεατρικότητα, συναρπαστική μουσική, ανατριχιαστική χορωδία και μαγευτικό μπαλέτο ήταν ότι πρέπει για να μπει δυναμικά το φθινόπωρό μας. Και για να ανοίξει η όρεξη για το μέλλον.
Φιλgood, τεύχος 237