Πριν από δύο χρόνια (την 1η Οκτωβρίου 2017), είχα δημοσιεύσει ένα κείμενο στο Παιδεία-news με τον εσκεμμένα προκλητικό τίτλο «Τα Άγια Πάθη του Βασίλη», όπου στηλίτευα τα άθλια αποτελέσματα στο θέμα της συγκαιρινής μας φιλολογικής και κριτικής πρόσληψη του ποιητή της «Ρωμιοσύνης». Είχα τότε ως κύριο παράδειγμα αυτής της ασεβούς “επιστημονικής” προσέγγισης την, κατ’ εμέ, ιερόσυλη προσπάθεια του κ. Κυριάκου Ιωάννου να “διορθώσει” το κείμενο της «9ης Ιουλίου 1821» (προσπάθεια η οποία, όπως ήταν αναμενόμενο, υποστηρίχτηκε, από λογής άσχετους περί την πραγματική επιστήμη της φιλολογίας). Δυστυχώς η παρέμβαση εκείνη δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, ίσως το μόνο που πέτυχε ήταν να συσπειρώσει τις λεγεώνες των δραστήριων μέτριων οι οποίοι έχουν κατορθώσει να ελέγχουν την πνευματική Κύπρο. Έτσι φτάσαμε σ’ ένα νέο ανοσιούργημα εις βάρος του Βασίλη Μιχαηλίδη το οποίο και σχολιάζω στο παρόν κείμενο.

Αναφέρομαι στην πρόσφατη έκδοση: Τάσος Αριστοτέλους, Η Ανεράδα. Απόδοση στη δημοτική (Λεμεσός 2019), η οποία συνιστά βάναυση βεβήλωση της «Ανεράδας» του Βασίλη Μιχαηλίδη, του κορυφαίου δηλαδή λυρικού ποιήματος της σύγχρονης κυπριακής λογοτεχνίας κι ενός από τα ωραιότερα λυρικά επιτεύγματα της νεοελληνικής ποίησης (έχοντας, με αυτό, αγγίξει ο Βασίλης Μιχαηλίδης μιαν ποιητική οροφή την οποία μόνο ο Ανώνυμος Κύπριος του 16ου αιώνα, ο Χορτάτσης, ο Κορνάρος και ο Σολωμός είχαν αγγίξει).

Το πρώτο ζήτημα, επομένως, που αμέσως προκύπτει, είναι το γεγονός ότι ένας επίδοξος ποιητής μπορεί να προβεί σε μια τέτοια πράξη βεβήλωσης χωρίς να αισθάνεται ότι έχει να λογοδοτήσει σε μιαν ισχυρή ποιητική παράδοση. Απεναντίας αισθάνεται απολύτως ασφαλής να προβεί στο ανόσιο έργο του, θεωρώντας ότι καλύπτεται από την ασυλία που παρέχει στους μέτριους η έκπτωτη πνευματική ζωή της Κύπρου, ήτοι ο άθλιος πνευματικός περίγυρος ο οποίος ενθαρρύνει τους κομπογιαννίτες, ενώ ενοχλείται από κάθε σοβαρή κριτική παρέμβαση την οποία και απωθεί.  

Καθώς ο χώρος δεν επιτρέπει ν’ αναπτύξω περισσότερο αυτό το σκεπτικό με αναφορές σε συγκεκριμένα παραδείγματα, προχωρώ αμέσως στην καταγραφή των σφαλμάτων της έκδοσης που προκάλεσε αυτό το σημείωμα. 

  1. Δεν τηρείται η κατοχυρωμένη δεοντολογία που επιβάλλει την αναγραφή στο εξώφυλλο του βιβλίου το όνομα του συγγραφέα (του μεταφραστή έπεται).
  2. Δεν υπάρχει σεβασμός προς τη μορφή του ποιήματος, όπως τη συνέλαβε και την πραγμάτωσε ο ποιητής. Δεν τηρείται, για παράδειγμα, η φόρμα που έχει προκρίνει ο ποιητής και που θέλει (για λόγους μετρικούς, μουσικούς και ρυθμολογικούς) τον τρίτο και τον έκτο στίχο κάθε εξάστιχης στροφής να ξεκινά ένα ή και δύο τυπογραφικά τετράγωνα πιο μέσα, ώστε ο αναγνώστης να υπολογίζει και αυτό το στοιχείο κατά την σιωπηρή ή κυρίως κατά τη φωναχτή ανάγνωση του ποιήματος.
  3. Εμφανίζονται αθέμιτες παρεμβάσεις στη στίξη και στην ορθογραφία του ποιήματος. Τις καταγράφω με βάση την έκδοση του 1911 (προηγείται η εκδοχή της μετάφρασης και έπεται αυτή του πρωτοτύπου):
    • β΄ στροφή, στίχος 4: τσωκκόν Þ τσοκκόν
    • δ΄ στροφή, στίχος 6: εκλούθησα της Þ εκλούθησά της   
    • ε΄ στροφή, στίχος 4: εν Þ δεν
    • στ΄ στροφή, στίχος 4: εδίψουν την τζι εκαύκουμουν Þ εδίψουν την εκαύκουμουν  
    • ζ΄ στροφή, στίχος 3: τ’ ουρανού Þ τουρανού·
    • η΄ στροφή, στίχος 2: δίχως μου, Þ δίχως μου
    • η΄ στροφή:  στίχος 4: χάχχανον, ==> χάχχανον
    • θ΄ στροφή, στίχος 2 : μου χάθηκεν. Þ μο χάθηκεν  
    • θ΄ στροφή, στίχος 3: περαστικός. Þ περαστικός·
    • θ΄ στροφή, στίχος 5: μου στάθηκεν Þ μο στάθηκεν
    • ι΄  στροφή, στίχος 3: τζελαδούν Þ τζηλαδούν.
  4. Υπάρχουν ουκ ελάχιστες νοηματικές παρανοήσεις που εκτός από το ότι παραποιούν ή περιορίζουν το νόημα, έχουν επιπτώσεις και στο στοιχείο της ποιητικότητας καθιστώντας το “νέο”, μεταποιημένο ποίημα του Μιχαηλίδη, σ’ ένα μετριότατο (και κακότεχνο) στιχούργημα.

(α) Στην πρώτη στροφή το «εξηφοήθηκα» του Μιχαηλίδη δεν αποδίδεται επακριβώς με το «δεν τα φοβόμουνα» του                  μεταφραστή γιατί στο  πρώτο   υπάρχει άλλη λειτουργία (είναι η αποβολή προϋπάρχοντος φόβου, η έξοδος από μία κατάσταση φοβίας).

(β) Στην ίδια στροφή το «εξέηκα να δκιανεφτώ» δεν αποδίδεται σωστά με το «άρχισα να σεριανώ» γιατί με το «άρχισα» στη θέση  του «εξέηκα» χάνεται η έννοια της εξόδου ενός προσώπου από  ένα χώρο όπου αυτό βρισκόταν έγκλειστο.         

(γ) Πολύ άσχημη είναι η απόδοση του «εσσιάστηκα» της δεύτερης    στροφής με το «αντίκρυσα» γιατί αφαιρεί όλη τη μαγεία της σκηνής. Το «εσσιάστηκα» είναι μια ιδιαίτερη (και ποιητικότατη) έννοια της όρασης, ανάμεσα στην πραγματικότητα, τη φαντασία και στο όραμα. Εμπεριέχει επίσης την έννοια του σκιάζομαι, γεμίζω δηλαδή μ’ έναν ακατανόητο, παράξενο φόβο. Το             «αντίκρυσα» του μεταφραστή καταστρέφει όλη την ποιητικότητα της σκηνής που έστησε ο Μιχαηλίδης χάρη στις ιδιαίτερες          νοηματικές συνδηλώσεις και τις ποιητικές δυνατότητες που του έδινε η κυπριακή διάλεκτος.

(δ) Στην ίδια στροφή, το «μεσ’ στην νομή» σημαίνει μέσα στο βοσκοτόπι και δεν είναι το ίδιο με το «εις τη βοσκή».  

(ε) Στην τέταρτη στροφή η απόδοση του πρώτου στίχου της («Ευτύς το πας μου έχασα») με το «Αμέσως όλα τα έχασα» είναι επίσης άστοχη γιατί ο στίχος του Μιχαηλίδη περιέχει μιαν λαϊκή έκφραση (έχασα το πας μου) που σημαίνει έχασα τον νου μου.

(στ) Στην έκτη στροφή έχουμε την αυθαίρετη προσθήκη του συμπλεκτικού συνδέσμου «και» στο κείμενο του Μιχαηλίδη που    στη μετάφραση κατασκευάζει μιαν κακόηχη χασμωδία («κι εκαίουμουν»).
(ζ) Το «άξιος» της όγδοης στροφής δεν μπορεί να μεταδώσει αυτό    που μεταδίδει η ιδιωματική λέξη «πέρκαλλος» που σημαίνει το   πανέμνοστο παλληκάρι, που με βάση τη χρήση της λέξης στη      λαϊκή ποίηση είναι σημαδεμένο πιο πολύ με το στοιχείο της      ομορφιάς και της παλληκαριάς παρά της αξιοσύνης (άξιος           μπορεί να είναι και κάποιος που δεν είναι όμορφος).

(η) Στην όγδοη στροφή στον τελευταίο στίχο («πως αλλονάκκον να ραεί») το νόημα καταστρέφεται παντελώς με την απόδοση «λίγο ’θελε να εκραγεί», διότι άλλη είναι η έννοια της ραγισματιάς και άλλη της έκρηξης.

(θ) Στην ένατη στροφή ο Μιχαηλίδης χρησιμοποιεί για λόγους νοηματικούς (και μουσικούς) δύο φορές τη λέξη «ευτύς». Ο      μεταφραστής εξοβελίζει τη μία καταστρέφοντας έτσι τη   ρυθμολογική και νοηματική σκαλωσιά που θέλησε να στήσει ο           Μιχαηλίδης σε αυτή τη στροφή.

(ι) Στην ίδια στροφή η τελευταία λέξη («ξηστηκός») έχει μιαν  ιδιαίτερη μαγεία και νοηματική απόχρωση στην κυπριακή       διάλεκτο που δεν αποδίδεται με το «σκεφτικός» που επέλεξε ο μεταφραστής. Το «ξηστικός» (εκστατικός, αποσβολωμένος,    αλαφροίσκιωτος για να θυμηθούμε και τον Σικελιανό) είναι η   κορύφωση μιας έννοιας που ο Μιχαηλίδης τη χτίζει μέσα στο    ποίημα σιγά σιγά: βλ. «ο άχαρος», «έμεινα ξερός», «χάσκοντα  βριχτός», «ο χαντός».
 
Δυστυχώς ο χώρος δεν επιτρέπει να επιλογίσω αυτό το κείμενο με κάποιες γενικές παρατηρήσεις που προκύπτουν από την προηγούμενη εξέταση. Ούτε καν για να σχολιάσω το φαιδρό επιστολικό σημείωμα σπουδαιοφανούς ελλαδίτη καθηγητή με το οποίο επιλογίζεται η έκδοση. Το μόνο που δεν πρέπει να αφήσω ασχολίαστο είναι το προλογικό σημείωμα του μεταφραστή.

Στη αρχή μας λέει ο κ. Αριστοτέλους ότι η «Ανεράδα» του Μιχαηλίδη είναι γραμμένη «σε μια μορφή του ιδιώματος» (ποια μορφή δεν μας εξηγά). Εν συνεχεία μας λέει ότι «θεώρησε σωστό να το γράψει» (!) (όχι να το μεταγράψει) «σε μια πιο σύγχρονη άποψη του ιδιώματος» (και πάλι ποια είναι αυτή η «πιο σύγχρονη άποψη του ιδιώματος» δεν μας λέει). Ενημερώνει όμως ότι πρόκειται για μιαν «απόδοση του ποιήματος στη δημοτική». Αλήθεια, ποια δημοτική; (ή μήπως ήθελε να πει νεοελληνική κοινή; Διότι άλλη είναι, για παράδειγμα,  η δημοτική του Ψυχάρη, και άλλη εκείνη του Σεφέρη). Ούτε αυτό μπαίνει στον κόπο να μας το εξηγήσει. Και καλά κάνει αφού αυτό που γράφει φυσικά δεν είναι δημοτική, είναι ένας γλωσσικός αχταρμάς από όποιο γλωσσικό στοιχείο νομίζει ότι ανήκει στη δημοτική.

Και τέλος, ως χαριστική βολή, η απεύθυνση του μεταφραστή (με την αυτοπεποίθηση του αδαούς) προς τον αναγνώστη: «Το αποτέλεσμα είναι στα χέρια σας».

Φυσικά και είναι στα χέρια μας κ. Αριστοτέλους! Αλλά δυστυχώς αυτό το κωμικοτραγικό μεταφραστικό «αποτέλεσμα» αποτελεί, για όσους έχουμε στοιχειώδη αίσθηση της ελληνικής ποιητικής γλώσσας, μιαν υπέρογκη δοκιμασία!

* Ο Μιχάλης Πιερής είναι ποιητής, νεοελληνιστής και Επίτιμος Διευθυντής του Πολιτιστικού Κέντρου του Πανεπιστημίου Κύπρου