«Ιούλιος Καίσαρας. Σπαράγματα»: Το βασίλειό μας για ένα άλογο.
Η αδημονία μου αυτή τη φορά με έσωσε. Πήγα στην πρώτη από τις δύο –τελικά- παραστάσεις «Ιούλιος Καίσαρας. Σπαράγματα» του Ρομέο Καστελούτσι επειδή κάτι μέσα μου μ’ έσπρωχνε να ζήσω μια ιστορική στιγμή για τα πολιτιστικά μάς δρώμενα. Μέχρι και μικρομεγαλισμό μου είχαν προσάψει ορισμένοι επειδή τα προηγούμενα χρόνια είχαν μαλλιάσει τα ακροδάχτυλα να γράφω για την ανάγκη να συγχρονιστούμε πολιτιστικά με τις διεθνείς τάσεις. Όχι τις εποχής μας, αλλά -ας είναι έστω- της τελευταίας εικοσαετίας. Και ποιος θα μπορούσε να μάς φέρει στην Κύπρο προτάσεις παγκόσμιας εμβέλειας για να μη χρειάζεται να πεταγόμαστε κάθε λίγο στας Ευρώπας, ποιος θα ενημερώσει το κοινό για το «τι παίζει» αν όχι το σημαντικότερο κρατικό φεστιβάλ;
Η αδημονία μου αυτή τη φορά με έσωσε. Πήγα στην πρώτη από τις δύο –τελικά- παραστάσεις «Ιούλιος Καίσαρας. Σπαράγματα» του Ρομέο Καστελούτσι επειδή κάτι μέσα μου μ’ έσπρωχνε να ζήσω μια ιστορική στιγμή για τα πολιτιστικά μάς δρώμενα. Μέχρι και μικρομεγαλισμό μου είχαν προσάψει ορισμένοι επειδή τα προηγούμενα χρόνια είχαν μαλλιάσει τα ακροδάχτυλα να γράφω για την ανάγκη να συγχρονιστούμε πολιτιστικά με τις διεθνείς τάσεις. Όχι τις εποχής μας, αλλά -ας είναι έστω- της τελευταίας εικοσαετίας. Και ποιος θα μπορούσε να μάς φέρει στην Κύπρο προτάσεις παγκόσμιας εμβέλειας για να μη χρειάζεται να πεταγόμαστε κάθε λίγο στας Ευρώπας, ποιος θα ενημερώσει το κοινό για το «τι παίζει» αν όχι το σημαντικότερο κρατικό φεστιβάλ;
Από όνων εφ’ ίππους, λοιπόν. Απ’ τα γαϊδούρια στ’ άλογα. Σχεδόν… κυριολεκτικά. Κι ίσως ήταν αυτή η απότομη μετάβαση που μάς προκάλεσε ίλιγγο κι αφού είδαμε και πάθαμε μέχρι να γίνει το πρώτο πολυπόθητο βήμα μπροστά, κάναμε άμεσα δύο πίσω με την κακήν κακώς εκδίωξη από το υστερικό μας μικροσύμπαν ενός από τους πιο καινοτόμους και χαρακτηριστικούς δημιουργούς του καιρού μας. Δεν γνωρίζω αν αυτό είχε στο μυαλό του ο ίδιος ή οι διοργανωτές, αλλά η επιλογή της συγκεκριμένης πρότασης για τις «συστάσεις» με το κυπριακό κοινό είχε οπωσδήποτε έναν χαρακτήρα εκπαιδευτικό, αναδρομικό. Είναι αναφορά στην ιστορική παράσταση του 1997 που παρεμβαίνει στον σαιξπηρικό «Ιούλιο Καίσαρα», με επιλογές σκηνών, σαν σπαράγματα, που να σχετίζονται με τη δύναμη και τη φύση του λόγου.
Σαράντα αντιπροσωπευτικά λεπτά όχι για να διαμορφώσει κανείς πλήρη άποψη για το ερευνητικό και εικονοκλαστικό σύμπαν του Καστελούτσι, αλλά τουλάχιστον να πάρει μια ιδέα για τι πράγμα μιλάμε όταν αναφερόμαστε στην ιδιαίτερη σκηνική του γλώσσα. Είναι μια πρόταση που στον πυρήνα της περιέχει τον σπόρο της ιδιοσυγκρασίας του, της τεχνοτροπίας του, της κρυπτικής και οντολογικής του προσέγγισης πάνω στα ζητήματα που θέτει το σύγχρονο θέατρο.
Σίγουρα όταν κάνει κάποιος μερικά βήματα πίσω και εστιάσει στη γενική εικόνα, ειδικά όταν έχει παρακολουθήσει στο παρελθόν παραστάσεις του δια ζώσης και μέσω βίντεο, μπορεί να προβάλει κάποιες ενστάσεις. Δεν υπάρχουν «ιερές αγελάδες» κι ο ίδιος το γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους αφού η δουλειά του τρέφει την αμφισημία και τρέφεται από την αμφιλογία. Ιστορικά, οι παραστάσεις του προκαλούν στην πιο ήπια περίπτωση θόρυβο και στην πιο ακραία σκάνδαλο. Συγχαρητήρια στην Κύπρο μας που –ουσιαστικά αναίτια και για τους λάθος λόγους- αποφάσισε να ακολουθήσει τον δεύτερο δρόμο.
Δεν μπορούμε να μιλάμε για «ξαναζεσταμμένο φαγητό» στην Κύπρο όπου κοντέψαμε να τα κακαρώσουμε από πολιτιστική ασιτία. Δεχόμαστε την πρόταση όπως το χώμα τη βροχή, εστιάζοντας στη μυστηριακή της ατμόσφαιρα, την ονειρική και άχρονή της διάσταση, τη φορμαλιστική της δεινότητα, τη διαλεκτική της δυναμική. Με λίγη περισσότερη αυστηρότητα μπορούμε να χαρακτηρίσουμε το αποτέλεσμα «ασπόνδυλο», να πούμε ότι υπερτόνιζε τον εκνευριστικά γριφώδη χαρακτήρα των σκηνών.
Δεν μπορούμε όμως να είμαστε αχάριστοι. Μιλάμε για μια ενδεικτική ουσιαστικά και αφαιρετική πρόταση ενός ήδη αινιγματικού καλλιτέχνη. Και με γυμνό μάτι μπορεί να διακρίνει κανείς τα πιο στοιχειώδη σπαράγματα του καστελουτσικού σύμπαντος: Την εμμονή με τον καταιγισμό εικόνων που ουσιαστικά αποδομεί την ουσία της εικόνας. Την εμμονή στο περιτύλιγμα που εκτοξεύει το περιεχόμενο. Την εμμονή στο όνειρο που επικαλείται το βίωμα. Το σύμβολο που αναζητεί την ουσία. Τη διαχείριση της τεχνολογίας ως πρωταρχικό εργαλείο.
Η ενδοσκοπική κάμερα που αποκαλύπτει τις δονούμενες φωνητικές χορδές, η δραματική ηχοποίηση χειρονομιών και κινήσεων του Ιούλιου Καίσαρα είναι στοιχεία που τονίζουν μέσω της τελετουργίας και της αποδόμησης την έννοια της διαχρονικής δύναμης της δημαγωγίας και την ευθραυστότητα της γλωσσικά αρθρωμένης σκέψης.
Τι κατάλαβε από όλα αυτά ο μέσος Κύπριος; Ότι στο Δημοτικό Κέντρο Τεχνών… κακοποιείται ένα ζώο.