Αντώνης Πιλλάς: «Θραύσματα», (Σειρά τρίτη) ιδιωτική έκδοση, 2019
 
Ο πολύ παραγωγικός και αειθαλής ποιητής μας Αντώνης Πιλλάς, με 24 ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του από το 1973 και εντεύθεν, συνεχίζει την παράδοση των «Θραυσμάτων, επαναλαμβάνοντας την για τρίτη φορά. Τα πρώτα «Θραύσματα» κυκλοφόρησαν το 2001, τα δεύτερα το 2016 και τα τρίτα, των οποίων την παρουσίαση – κριτική θα επιχειρήσω με αυτό το σημείωμα, το 2019.
Τα «Θραύσματα» είναι στην ουσία μικρές ποιητικές αναλαμπές, μικρές ποιητικές ιδέες, εκλάμψεις και ερεθίσματα που θα μπορούσαν να μετεξελιχθούν σε εκτενέστερα, πιο ανεπτυγμένα ποιήματα, ενώ μπορούν να σταθούν και από μόνα τους ως αυτόνομες, αποφθεγματικές, επιγραμματικές ποιητικές ρήσεις. Ο Α.Π. προτιμά τη δεύτερη επιλογή, τουλάχιστον για όσα στιχουργήματα περιλήφθηκαν στους τρεις τόμους των «Θραυσμάτων».
Στα υπό παρουσίαση «Θραύσματα», σειρά τρίτη, ο ποιητής ομαδοποιεί τα δεκάδες ολιγόστιχα στιχουργήματά του σε τέσσερις κατηγορίες. Η πρώτη, υπό τον γενικό τίτλο «Προς Κύριον» ομιλεί από μόνη της, ο δημιουργός απευθύνεται στον Δημιουργό, δηλαδή το Θεό. Η δεύτερη κατηγορία φέρει υπότιτλο «Αιθρία» και στο θεματικό επίκεντρο της μάλλον τίθεται η φύση που περιβάλλει τον άνθρωπο. Στην κατηγορία που φέρει υπότιτλο «Εσπερινές αύρες» ίσως πρυτανεύουν οι θεματικές των φιλοσοφικών και κυρίως υπαρξιακών αναζητήσεων. Στη τέταρτη και τελευταία κατηγορία, με τίτλο «Νύξεις» τα ολιγόστιχα γυμνάσματα του Α.Π. μάλλον γίνονται πιο ενδοσκοπικά και πιο αυτοαναφορικά.

Αλλά, ας πάρουμε ένα – ένα και με τη σειρά όλα τα κεφάλαια του βιβλίου. Στην πρώτη ενότητα αντικρίζουμε την αρμονική σύζευξη του λυρισμού με το θρησκευτικό δέος. Το ποίημα μοιάζει με προσευχή, μακρόπνοο, ράθυμο, ευλαβικό και ψιθυριστό.: «Με μιάν αχτίδα μόνη της αγάπης Σου / ήλιος μικρός να λάμψει το μηδέν / της ύπαρξής μου». (σελ. 7)
Το πρώτο πολυσκελές και στην ουσία σύνθετο ποίημα αποτελείται από 19 στροφές, κυρίως τρίστιχες αλλά και τετράστιχες, με εσωτερική ροή και μουσικότητα, αλλά με πολύ σπάνιες ομοιοκαταληξίες. Ο ποιητής καταφέρνει να μεταδώσει στον αναγνώστη το θρησκευτικό του ρίγος.

Το δέος, η ευλάβεια και το σέβας, ως υφολογική προσέγγιση, συνεχίζονται και στη δεύτερη ενότητα του βιβλίου. Εδώ το επίκεντρο της εξύμνησης είναι η φύση, όχι με νατουραλιστικές αιτιάσεις, αλλά μ’ ένα λυρισμό αθωότητας αλλοτινών εποχών, εποχών παραμυθένια όμορφων, ειδυλλιακών, φωτεινών και έκπαγλων: «Αναπαμένη μνήμη των νεκρών κάτω απ’ τα δέντρα / καθώς της δρόσου δάκρυα λάμπουν στα χορτάρια / και με του ήλιου τα ψάθινα καπέλα / με μήλα οι κορασιές πετροβολιούνται στα περβόλια». (σελ. 12)
Ο λυρισμός του Α.Π. είναι κλασικότροπος, παραδοσιακός και μάλλον έχει τις ρίζες του στην αθηναϊκή ρομαντική σχολή της δεκαετίας του ’30, του 20ου αιώνα: «Λιγνό κυπαρισσάκι καλογέρευε / σ’ άκρη γκρεμού σαλεύοντας / ανάμεσα στα όρη που σκιρτούσαν». (σελ. 13)
Το θεματικό – αισθητικό πλαίσιο των ποιημάτων του Α.Π. δεν είναι αμιγώς φυσιολατρικό. Ενίοτε, σε μια αρμονική συνύπαρξη, παρεισφρέουν και στοιχεία από το ανθρωποποιητό – αστικό τοπίο: «Ανέβαινε η θάλασσα στις ανοιχτές αυλές / και τ’ απλωμένα ρούχα της μπουγάδας / γίνονταν πανιά / με των παιδιών φωνές μες στον αγέρα». (σελ. 15) Η πεμπτουσία του νοήματος και του μηνύματος δεν είναι άλλη από μια ελεγεία στην αγαλλίαση, στη σαγήνη της ηρεμίας, που μόνο η φύση και η ανθρώπινη πίστη στα θεία αλλά και στον ίδιο τον άνθρωπο, μπορούν να δώσουν.
Κάποτε βέβαια η φύση συντροφεύεται και από τη μεταφυσική, παράγοντας μαγευτικές εικόνες και ακριβά συναισθήματα: «Τις θείες του θέρους νύχτες δραπετεύουν / μικρά παιδιά απ’ τα μνηματάκια τους· / πάνε ν ‘ανάψουν τα κεριά των άστρων / να σεργιανίσουν στ’ ουρανού τα περιβόλια». (σελ. 16)
Και μέσα από τη λατρεία του Θεού, το πάθος για τη φύση, αναπηδά αίφνης και το ερωτικό σκίρτημα. Σα ζαρκάδι στην ποταμοσιά, θα έλεγα μιμούμενος το ύφος του ποιητή: «Ωραία το ρόδο σκάζει στη βραγιά· / πιο ωραία στο διψαλέο μου στόμα / το φιλί σου». (σελ. 20)
Στην τρίτη ενότητα του βιβλίου, όπως προείπα, δεσπόζουν τα στοχαστικά, φιλοσοφικά και υπαρξιακά, στιχουργήματα. Εδώ ξεχώρισα και μια σπάνια διακειμενική αναφορά στο Βρεττάκο. Τα όσα κοινά συνδέουν τον Α.Π. μαζί του, υφολογικά μα και θεματικά, αναδεικνύονται σε μόλις τέσσερις στίχους: «Από τον Έσπερο άναψα / ένα κερί στη μνήμη του Βρεττάκου· / δυο κρίνα από τους στίχους του / ανάσαιναν τριγύρω». (σελ. 27)
Με ευρηματικότητα, αλλά αντλώντας συνάμα στοιχεία από τη δημοτική παράδοση, ο Α.Π. βρίσκει τρόπους να τιμήσει και να υμνήσει διαχρονικές αρχές και αξίες, όπως πχ ο θεσμός της οικογένειας, οι σχέσεις γονέων και τέκνων: «Τα διπλωμένα ρούχα των παιδιών / απ’ της μητέρας τα συλλογισμένα χέρια / επάνω στην κασέλα· / γέμισε η κάμαρη λευκά πουλιά / από άγνωστα ταξίδια επιστραμμένα». (σελ. 35)
Στην τέταρτη και τελευταία ενότητα, την πλέον ενδοσκοπική, όπου ο ποιητής κοιτάζει περισσότερο μέσα του παρά γύρω του, είναι πιο εμφανείς και οι νύξεις περί ποιητικής: «Να σε πονούν οι λέξεις· / αίμα και μνήμης δάκρυα να κουβαλούν». (σελ. 38)
Ολοκληρώνω αυτή την παρουσίαση μ’ ένα παραδοσιακού στυλ, δημώδες και ομοιοκατάληκτο, τετράστιχο, που παρατίθεται εν είδει απολογισμού. Εδώ ο ποιητής αντλεί και από τη λαϊκή θυμοσοφία, προκειμένου να αποφανθεί: «Ευχαριστώ για τη χαρά / τη λιγοστή που πήρα / μα για τον πόνο πιο πολύ / που μ’ ακλουθούσε ως μοίρα». (σελ. 45)