«Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ» σε σκηνοθεσία Βαρνάβα Κυριαζή, στο Θέατρο Ανεμώνα.
Τη στιγμή που έχει πέσει η κεραμίδα στο κυπριακό θέατρο, το στοίχημα της προσέλευσης φαίνεται ολοένα και να κερδίζεται με παραστάσεις να κατεβαίνουν όντας γεμάτες, αιφνιδιάζοντας και τους ίδιους τους θιασάρχες που κατά την κυπριακή συνήθεια συμπτύσσουν τον προγραμματισμό τους, για οικονομικούς κυρίως λόγους. Στην Αθήνα, για παράδειγμα, που οι χορηγίες είναι ψίχουλα και οι παραγωγές βασίζονται «στην καλοσύνη των ξένων», μια παράσταση με τη δυναμική του «Ημερολογίου της Άννας Φρανκ» θα παιζόταν για τουλάχιστον δύο σεζόν. Κάνουν «κρα» για περιπτώσεις που θα είναι sold out εβδομάδες πριν και μάλιστα με μια τέτοια ποικιλία κοινού. Το να κατεβεί τόσο πρόωρα είναι εκτός συζήτησης. Μιλάμε βέβαια για άλλα μεγέθη και άλλες ισορροπίες, αλλά και για παραστάσεις που απευθύνονται σε ένα εν δυνάμει κοινό εκατομμυρίων.
Το πιο ελπιδοφόρο και θετικό στην περίπτωση της παραγωγής του Θεάτρου Ανεμώνα είναι η αθρόα προσέλευση της εξαιρετικά κρίσιμης, όσο επίσης «κρυμμένης» και απρόβλεπτης ηλικιακής ομάδας των 10-17, η οποία δεν συγκινείται πια το ίδιο από το παιδικό θέατρο αλλά δεν είναι κι έτοιμη ακόμα να επεξεργαστεί σωστά τις άφθονες προτάσεις που απευθύνονται σε ενήλικες. Μεγαλύτερο παράσημο για την «Άννα Φρανκ», λοιπόν, ήταν ότι ανέδειξε μια αναπάντεχα υπολογίσιμη δυναμική για την ηλικιακή αυτή ομάδα, η οποία δεν βρίσκεται τελικά σε κατάσταση νάρκης αλλά μάλλον περιμένει να βρεις το «κουμπί» της. Είναι κρίμα που δεν υπήρχε η δυνατότητα να αξιοποιηθεί σε οργανωμένες παραστάσεις από Γυμνάσια και Λύκεια.
Η συνταγή φαινόταν εύκολη κι από αυτές που εγγυώνται την επιτυχία, αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν τέτοιες. Εκτός από ένα δοκιμασμένο έργο κι ένα θέμα που περιέχει ένα όμορφο, δημοφιλές και πανανθρώπινο μήνυμα κι έναν έμπειρο και μπαρουτοκαπνισμένο σκηνοθέτη, χρειαζόταν μια ακόμη σειρά από συγκυρίες για να τσουλήσει το κάρο σ’ αυτή την ξέφρενη κατηφόρα της επιτυχίας.
Το ζεύγος των δραματουργών Φράνσες Γκούντριχ και Άλμπερτ Χάκετ είχε διαισθανθεί 65 χρόνια πριν την ανάγκη να μεταδοθεί με κάθε τρόπο αυτή η κραυγή της νεολαίας, μια διορατική και αισιόδοξη απάντηση στο σκοτάδι, την οποία ευαγγελίζεται το ημερολόγιο της έφηβης Εβραίας που μοιράστηκε με τον κόσμο ο επιζήσαντας πατέρας της το 1947. Το έργο, η ταινία, οι αμέτρητες παραστάσεις που δόθηκαν έκτοτε πρόσθεσαν στον θρύλο του ημερολογίου και της ίδιας της Άννας Φρανκ που συμβολοποιήθηκε και παράλληλα έγινε είδωλο της λαϊκής κουλτούρας.
Ο Βαρνάβας Κυριαζής έδωσε ένα κλασικό άρωμα στην προσέγγισή του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν πήρε τα απαραίτητα ρίσκα. Φώτισε προσεκτικά όλες τις πτυχές των χαρακτήρων. Επιτρέπει την πλοκή να προκύψει αρχικά με τη μορφή μιας παιδικής περιπέτειας στο μυαλό της 13χρονης, αλλά σταδιακά καθώς οι συνθήκες στο καταφύγιο επιδεινώνονται κι αρχίζει να θερίζει η πείνα, η πλήξη, η αγωνία της επιβίωσης και η φθορά της συμβίωσης, παρακολουθούμε την αθωότητα της Άννας να δέχεται καίρια πλήγματα. Υπάρχει φυσικά η αίσθηση ότι οι χαρακτήρες ρέπουν προς το γραφικό, όμως δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ουσιαστικά ξεπηδούν από το δικό της άγουρο μυαλό, εκπορεύονται από μια κινούμενη ωρολογιακή βόμβα ορμονών.
Συνεπικουρούμενος από τον σκηνογράφο Γιώργο Γιάννου, ο Κυριαζής δίνει την αίσθηση της ασφυκτικότητας και της κλειστοφοβίας με τον ακριβώς ανάποδο τρόπο: ένα ανοιχτό σκηνικό όπου οι χαρακτήρες είναι από παντού ορατοί κι εμφανίζονται συνεχώς στη σκηνή όσο βρίσκονται στο καταφύγιο. Ακόμη κι όταν πηγαίνουν στην τουαλέτα. Δίνει έτσι την αίσθηση της παγίδευσης σε μια παράλογη συνθήκη οικειότητας. Οι κατατρεγμένοι διεκδικούν τις εφιαλτικά ελάχιστες στιγμές ιδιωτικότητας, όντας συνεχώς εκτεθειμένοι στα μάτια του κοινού.
Η Ελεωνόρα Βασιλείου ανταποκρίθηκε πλήρως στην πρώτη της τόσο μεγάλη καλλιτεχνική πρόκληση, αποτυπώνοντας τον χαριτωμένο όσο κι ενίοτε αντιφατικό, συμπλεγματικό και κυκλοθυμικό χαρακτήρα της Άννας, που ήταν η ψυχή αλλά και το ζιζάνιο του καταφυγίου. Με τη συνδρομή του ενδυματολόγου ανταποκρίνεται στη σωματική και ψυχική εξέλιξη της ηρωίδας. Το υπόλοιπο καστ, προεξάρχοντος του ίδιου του Κυριαζή στον ρόλο του Όττο Φρανκ, ανταπεξήλθε γενναία στις απαιτήσεις.
Φιλgood, τεύχος 248