Ανδρέας Νικολαΐδης: «Η νήσος του Χαλκουντάν», εκδόσεις Γκοβόστης, 2021

Την παρώδηση της ιστορίας της Κύπρου από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι και το Δημοψήφισμα για το Σχέδιο Ανάν το 2004 επιχειρεί ο Ανδρέας Νικολαΐδης με το νέο του πεζογραφικό εγχείρημα υπό τον τίτλο «Η νήσος του Χαλκουντάν». Το όλο αφήγημα είναι ένα χρονικό – παρωδία που με κύρια εφόδια το χιούμορ, τον σαρκασμό και την αλληγορία προσεγγίζει κριτικά, αλλά και ανατρεπτικά την ιστορία της Κύπρου. Στο επίκεντρο της αφήγησης του συγγραφέα βρίσκονται τα πολιτικοκοινωνικά δρώμενα με σαφείς υπαινιγμούς και παραλληλισμούς που αφορούν τη σύγχρονη εποχή, μα και τη ψυχοσύνθεση του σύγχρονου Κύπριου πολίτη.

Ο Α.Ν. ελαύνεται από ιστορικά γεγονότα όχι απλώς για να τα αναπαραγάγει σατιρικά υπό τη μορφή παρωδίας, αλλά για να τα απομυθοποιήσει, να τα απαλλάξει από καθωσπρεπισμούς και ωραιοποιήσεις της επίσημης ιστορίας και συχνά για να τα ανατρέψει εντελώς. Πέρα από την εμφανή σατιρική διάθεση, η ματιά του συγγραφέα είναι διεισδυτική, βαθιά κριτική αλλά και προϊόν επίπονης εργασίας και μελέτης που προηγήθηκαν. 

Ειδικά το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου είναι ένα αλληγορικό πρελούδιο στον κύριο μύθο του έργου γεμάτο με μεταφορικούς συμβολισμούς και υποδόριες καυστικές νύξεις: « …η τεράστια παραγωγή χαλκού στη νήσο του Χαλκουντάν δημιουργεί αμέτρητους τόνους σκουριάς που διαχέονται σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό του εδάφους. …Η σκουριά τρέφει το χώμα, το νερό και τον αέρα. Αναπόδραστα, το φαινόμενο επηρεάζει και όλους τους ζωντανούς οργανισμούς της νήσου. Οι Χαλκουντάνοι ορίζονται από το αναπόφευκτο… Η σκουριά εισχωρεί στη σάρκα και τον πνεύμα τους. Η σκουριά των σκουριασμένων!». (σελ. 18-19) Εδώ οι προφανείς αιχμές αποκτούν και κοινωνιολογική χροιά.

Ο Α.Ν. με τρόπο ανάλαφρο που ουδόλως στερείται κριτικής οξύνοιας, αναφέρεται στις αρετές αλλά και τα κουσούρια μας ως λαού: «Με το ένστικτο της επιβίωσης να είναι πάντα το σημείο της πυξίδας τους, οι Χαλκουντάνοι αλλάζουν στρατόπεδο!». (σελ. 40)

Ο συγγραφέας δεν αναλύει μόνο το διαχρονικό ψυχογράφημα ενός κατακτημένου λαού, όπως ο δικός μας, καταγράφει και το ψυχογράφημα των εκάστοτε κατακτητών μας. Το υποδόριο χιούμορ κι ένας υφέρπων σαρκασμός, στοιχεία διάχυτα σε όλο το βιβλίο, συμβάλουν ούτως ώστε ο πόνος και η πίκρα ενός λαού να γίνονται ανεκτά, με προστατευτική ασπίδα τη σάτιρα: «Ευτυχώς για τον ίδιο, ο προνοητικός εισβολέας του Χαλκουντάν φρόντισε να πάρει μαζί του δυο Χαλκουντάνους ταμίες, ειδικότητα στην οποία οι Χαλκουντάνοι διαπρέπουν ανά το παγκόσμιο». (σελ. 50) Και γενικά, η ειρωνεία εν είδει ψόγου είναι διάχυτη παντού, σε όλο το βιβλίο.

Και βεβαίως από το κλισιοσκόπιο της κριτικής του συγγραφέα δεν ήταν δυνατό να ξεφύγουν η θρησκεία, γενικά οι θρησκείες και πρωτίστως ο ανώτατος κλήρος. Ο Α.Ν. δεν χαρίζεται στον χριστιανισμό και κυρίως  στα πρώτα χρόνια της έλευσης του στην Κύπρο: «Η αυστηρή ηθική της θρησκείας του Κρίνου, προωθώντας τη δική της αισθητική και τεχνοτροπία, μαραίνει και ξηραίνει την καλλιτεχνική άνθιση των προηγούμενων αιώνων». (σελ. 63-64)

Ο συγγραφέας ανατρέπει και συχνά καταρρίπτει τις όποιες ωραιοποιήσεις της ιστορίας της Κύπρου. Και όταν το πράττει μετέρχεται γλώσσα σκληρή, ωμή και μαστιγωτική: «Η νήσος μια μήτρα γεμάτη έμβρυα που την έχουν ράψει, καταδικασμένη σε αγονία». (σελ. 75) Ο Α.Ν. δεν αποστρέφεται τις δυσάρεστες αλήθειες. Τις καταγραφεί με ευκρίνεια και τόλμη: «Φτωχές Χαλκουντανοπούλες γεννάνε μπάσταρδα ευγενών και σαν παραμάνες στις αυλές των πλουσίων, μεγαλώνουν τα ίδια τους τα παιδιά». (σελ. 86-87) Βέβαια, η ιστορία είναι αδέκαστη και η λαϊκή οργή – τιμωρός. Ο συγγραφέας προειδοποιεί: « …καμιά πράξη οργής δεν μένει χωρίς συνέπειες και καμιά οργή δίχως πράξεις». (σελ. 91)

Η πατρίδα μας, ανά τους αιώνες, αντιμετωπίστηκε από όσους την επιβουλεύονταν, κατακτητές και μη, ως μια κοινή, μια εκδιδόμενη γυναίκα. Γι’ αυτό και ο συγγραφέας, με κυνισμό και ωμότητα, συμπεραίνει: «Μα η νήσος, μια πόρνη καλλονή που όλοι την θέλουν από λίγο, δεν δύναται να χαριστεί μονάχα σε έναν». (σελ. 96)

Ο Α.Ν. μένει πιστός στα ιστορικά γεγονότα με την έννοια ότι δεν τα παραποιεί, δεν τα αλλοιώνει. Δεν τα παραθέτει όμως ούτε στεγνά και αποστασιοποιημένα, τα διυλίζει μέσα από τον ψυχικό του κόσμο, αλλά κυρίως τα διανθίζει με την αξιολογική του προσέγγιση και την κριτική ματιά του. Η κριτική του έχει συνήθως κοινωνικο-ταξικό υπογάστριο, όπου υπερισχύει η διαλεκτική και η ορθολογιστική σκέψη, ενώ τιθασεύεται ο συναισθηματισμός.

Γενικά, η θεώρηση των γεγονότων από τον συγγραφέα γίνεται ολοένα και πιο προοδευτική καθώς πλησιάζουμε στα νεότερα χρόνια της ιστορίας μας, τον απελευθερωτικό αγώνα και την πρώτη μετανεξαρτησιακή περίοδο: «Σκουριασμένοι που για τέσσερις σχεδόν αιώνες ζούσαν ειρηνικά, τώρα δεν αντέχουν ο ένας τον άλλο». (σελ. 192) Και λίγο νωρίτερα στηλιτεύει: « …αθώοι …εκτελούνται , επειδή αρνούνται το μίσος». (σελ. 182)

Όλο το βιβλίο είναι μια οδυνηρή κραυγή για τον βασανισμένο λαό μας. Μια κραυγή που καταγράφεται μέσα σε δυο προτάσεις στην τελευταία σελίδα του βιβλίου: «Οι άνθρωποι κλειδώνονται στα σπίτια τους, κοιτάνε τη δουλειά τους και κακοποιοί γυρίζουν στις γειτονίες τους. Συμμορίες Αρχόντων λυμαίνονται τη γη τους, τις ζωές τους, το μέλλον τους, καλυμμένοι από ένα αποπνιχτικό πούσι, που λες και έχει δημιουργηθεί από νερά βρωμερά. Λύματα». (σελ. 232) Πόσο αληθινά, τραγικά και δυστυχώς διαχρονικά τούτα τα λόγια…

g.frangos@cytanet.com.cy