Αντώνης Γεωργίου: «Η ανάσα των δίπλα», εκδόσεις Ροδακιό, 2022.

Όλα τα λογοτεχνικά έργα του Αντώνη Γεωργίου χαρακτηρίζονται από μια εγγύτητα μεταξύ τους. Η εγγύτητα αυτή έχει να κάνει τόσο με τον κεντρικό θεματικό ιστό και τις βασικές διακλαδώσεις του, όσο και με τις αφηγηματικές μανιέρες τις οποίες μετέρχεται ο συγγραφέας από αισθητικής άποψης. Δεν υπαινίσσομαι πως ότι ο Αντ. Γ. είναι στατικός συγγραφέας και δεν εξελίσσεται λογοτεχνικά. Κάθε άλλο. Λέω μόνο ότι έχει κάποιες σταθερές παραμέτρους και τις ακολουθεί πιστά.

Το γεγονός αυτό συνθέτει ένα ενδιαφέρον κράμα που συνιστά και τη δική του ξεχωριστή λογοτεχνική ταυτότητα. Η εγγύτητα στην οποία αναφέρομαι θεωρώ πως είναι ιδιαίτερα ευδιάκριτη στα δύο τελευταία έργα του συγγραφέα, την ποιητική συλλογή «Σαν πεταλούδα είμαι», 2019, που παρουσίασα στον «Φ» στις 22 Ιουνίου 2020,  και τη συλλογή διηγημάτων «Η ανάσα των δίπλα», 2022, που θα επιχειρήσω να παρουσιάσω στη συνέχεια. 

Ο Αντ. Γ. είναι θεατρικός συγγραφέας, πεζογράφος και ποιητής. Πιστεύω πως ο τρισυπόστατος λογοτεχνικός του εαυτός δίνει το παρόν του σε όλα τα έργα του. Εξού και τα διηγήματα του διακρίνονται για τη σκηνοθετική δομή και την ποιητική πνοή τους. Ομοίως, στα ποιήματά του, ενδεικτικές είναι η γλαφυρότητα με την παραστατικότητα και συχνά η θεατρική ανάπτυξη. Την ίδια ώρα, κυρίως τα μονολογικά μέρη από τα θεατρικά του έργα, έχουν πολλά διάφανα ειδολογικά χαρακτηριστικά από την ποίηση και τη διηγηματογραφία του. Συνολικά, σε όλα τα έργα του, είναι απτός ο συγκερασμός αφηγηματικού και διαλογικού λόγου, ο οποίος επιτυγχάνεται μάλιστα με μεγάλη ισορροπία. Τέλος, θεωρώ ότι όλα τα γραπτά του αποπνέουν μια θεατρική αύρα.

Επί του προκειμένου συμφωνώ απόλυτα με τη Νόνα Μολέσκη, που εύστοχα επισήμανε ότι τα πλείστα έργα του Αντ. Γ. «διαλέγονται μεταξύ τους θεματικά, συναισθηματικά, ιδεολογικά, φιλοσοφικά, στοχαστικά, γλωσσικά και λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία» («Φ» 22.5.2022).

Τον συγγραφέα απασχολούν πρωτίστως οι ανθρώπινες σχέσεις μέσα στο αστικό τοπίο, μέσα στον αστικό ιστό. Και τον απασχολούν είτε πρόκειται για σχέσεις συμβατικές, άνευρες, παραδομένες, ολιγαρκείς ή αδιάφορες, είτε πρόκειται για σχέσεις γεμάτες πόθο, πάθος και ένταση. Για παράδειγμα στο διήγημα «Η ανάσα των δίπλα», απ’ όπου πήρε τον τίτλο της όλη η συλλογή, θεματοποιείται μια συμβατική σχέση. Αλλά ακόμη κι εδώ ο Αντ. Γ. πετυχαίνει να μιλήσει με ποιητικούς όρους: « …τα σώματά τους δεν είναι πια ξενιτιά, αλλά πατρίδα…». (σελ. 9).

Γενικά, όταν ο συγγραφέας αναφέρεται σε ιστορίες της σάρκας, «Η Αφρούλα σε πέλαγος βαθύ» (σελ. 13), «Η ώρα η καλή» (σελ. 49), «Λέω ν’ αλλάξω ουρανό» (σελ. 100), θυμίζει κάτι από τις γραφίδες του Αντώνη Σουρούνη και του Κώστα Μουρσέλα. Η ανεπιτήδευτη ευθύτητα, η αφτιασίδωτη ειλικρίνεια, ο κυνισμός κι η ωμότητα κάθε πικρής αλήθειας, συνήθως γεμάτης πόνο και μοναξιά, εκεί παραπέμπουν. Σε ανάλογης υφής και πνοής πεζογραφήματα των δύο προαναφερθέντων Ελλαδιτών συγγραφέων.

Μένοντας στην ίδια θεματική, θέλω να εξάρω τον μινιμαλιστικό, σεμνό, ίσως και συνεσταλμένο τρόπο που βρίσκει πάντα ο Αντ. Γ. σε όλα τα έργα του να αγγίξει υποθεματικές που αφορούν τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα. Πάντα με σέβας, τρυφερότητα, προσοχή και ενσυναίσθηση. Στο παρόν βιβλίο αυτό γίνεται μέσω του διηγήματος «Λέω ν’ αλλάξω ουρανό» που μνημόνευσα ήδη. Ένα τρανς άτομο αποβιώνει, ο οικογενειακός του κύκλος τον θάβει «καθώς πρέπει» ως Μιχάλη. Για ν’ ακολουθήσει μια άλλη κηδεία, μόλις αποχωρήσουν οι συγγενείς, αυτή τη φορά από τις φίλες του θανούντος ή για την ακρίβεια της θανούσης, που οι δικοί της άνθρωποι την έλεγαν Τζένη. Συγκινητική ιστορία διάσπαρτη από πικρό χιούμορ, αλλά και συναισθηματικό άλγος. Το θέμα της ομόφυλης έλξης θίγεται με ακόμα πιο υπαινικτικό και έμμεσο τρόπο, αλλά με την ίδια αισθητική καταξίωση, και στο διήγημα «Κύματα» (σελ. 63). Εδώ φωτίζεται ο ερωτικός κραδασμός που βιώνουν μεταξύ τους δύο φίλες, παντρεμένες με παιδιά. Η όλη μαγεία έγκειται στη συστολή και την καταπίεση αυτού του συναισθήματος.

Δεν μας παίρνει ο χώρος ν’ αναφερθώ και στα 17 διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο. Θα ήθελα, ωστόσο να κάμω μια νύξη στα πιο διακειμενικά και πιο εκτενή διηγήματα της συλλογής, που είναι το «Αξιομνημόνευτες περιπέτειες» (σελ. 30) και το «Lonely planet». (σελ. 81) Αυτά τα δύο διηγήματα κέντρισαν ιδιαιτέρως το ενδιαφέρον μου για την αισθητική τους φρεσκάδα και την πειραματική τους φύση. Το πρώτο διήγημα είναι ένας διακειμενικός διάλογος με τον Μιγκέλ ντε Θερβάντες και τον αριστουργηματικό Δον Κιχώτη του. Η παράλληλη και εναλλασσόμενη αφήγηση αφορά την πεζή σύγχρονη καθημερινότητα από τη μια και την επικών διαστάσεων μεσαιωνική μυθιστορηματική γραφή από την άλλη.

Το δεύτερο διήγημα έχει να κάμει με τις ταξιδιωτικές εμπειρίες του συγγραφέα που συντίθενται μαεστρικά σ’ ένα ψηφιδωτό διαφορετικών περιπλανήσεων, περισσότερο ανάμεσα στους ανθρώπους, παρά ανάμεσα στους τόπους. Τίρανα, Νείλος, Άμστερνταμ, Μόσχα – Μογγολία, Πεκίνο είναι μόνο μερικοί από τους τόπους που μνημονεύονται. Ξεχώρισα μια συνομιλία με την Άγκαθα Κρίστι, αλλά και το υποκεφάλαιο «Γυναίκα στην Γκερνίκα» (σελ. 94), που συνιστά διήγημα μέσα στο διήγημα. Θα μπορούσε να είχε αυτονομηθεί ή και να μετεξελιχθεί σε θεατρικό μονόπρακτο.

Κλείνοντας, θέλω να σημειώσω με βεβαιότητα ότι η ευτολμία και η ωριμότητα του Αντ. Γ. μας προϊδεάζουν για ακόμα πιο σπουδαία επιτεύγματα στη λογοτεχνική του πορεία μέσα στο χρόνο και τον χώρο.

g.frangos@cytanet.com.cy