Ελλάδα Σοφοκλέους, «Η σιωπή σε φόντο λευκό», εκδόσεις Ροδακιό, 2021.

Η ενασχόληση της Ελλάδας Σοφοκλέους με την ταξιδιωτική λογοτεχνία είναι σταθερή, αδιάλειπτη και συνεπής εδώ και τρεις δεκαετίες. Προσλαμβάνει το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος στα πρότυπα που θήτευσε σε αυτό ο μεγάλος συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης. Έτσι στα ταξιδιωτικά γραπτά της κατέχουν περίοπτη θέση οι τέχνες και τα γράμματα, το φυσικό και ανθρωποποιητό περιβάλλον, η καθημερινότητα των απλών ανθρώπων, η συμπεριφορά και η ψυχοσύνθεση τους.

Την ίδια ώρα, η συγγραφέας, διεισδύοντας στον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων που συναντά, αποκαλύπτει διάφανα και τον δικό της εσωτερικό κόσμο. Κι αυτό διότι τα ερεθίσματα που δέχεται από τον εκάστοτε περιβάλλοντα χώρο, από τους εκάστοτε ντόπιους κατοίκους, μεταπλάθονται, διυλίζονται μέσα της και ύστερα παρουσιάζονται και αναδεικνύονται, μέσα από την αφήγησή της, στον αναγνώστη. 

Αυτό στο οποίο πρωτίστως αναφέρεται η Ε.Σ., σε όλα τα ταξιδιωτικά βιβλία της, και φυσικά στον υπό παρουσίαση τόμο «Η σιωπή σε φόντο λευκό», είναι το κάλλος. Η συγγραφέας, όπου συναντά το κάλλος  -είτε σε φυσικά τοπία, είτε σε αρχιτεκτονήματα, είτε στην εμφάνιση, είτε στον ψυχισμό των ανθρώπων- το υμνεί, το αναδεικνύει, το προβάλλει. Θα’ λεγε κανείς πως το κάλλος είναι η κινητήριος δύναμη για την Ε.Σ. Αυτό την γεμίζει με ευφορία, με δημιουργικό οίστρο, με χαρά. Αυτή τη χαρά θέλει να μοιραστεί με τους αναγνώστες της. Και το επιτυγχάνει σε πολύ μεγάλο βαθμό.

Το νέο βιβλίο της Ε.Σ. αποτελείται από επτά χωριστά αφηγήματα που αφορούν ισάριθμες χώρες – προορισμούς της. Η περιδιάβαση της συγγραφέως αφορά, κατά σειρά, τη Σλοβενία, την Αυστρία, την Ελβετία, την Ολλανδία αλλά και το Μπαλί, το Βιετνάμ και τη Σρι Λάνκα. Επισκεπτόμενη τις διάφορες χώρες και πόλεις, η συγγραφέας ασφαλώς δεν επιλέγει τα κλασσικά, στερεότυπα και ευκόλως αναγνωρίσιμα τουριστικά μέρη, αλλά τοποθεσίες που δεν έχουν ακόμα φθαρεί από τη μεγάλη επισκεψιμότητα των ξένων. Η συγγραφέας επιλέγει και αναδεικνύει τοποθεσίες όπου διαφυλάσσεται ακόμη η αυθεντική εντοπιότητα, και όχι η φτιασιδωμένη, εμπορευματοποιημένη ειδικά για τους τουρίστες.

Αν μιλούσαμε με όρους της σύγχρονης οδοποιίας, θα λέγαμε ότι η συγγραφέας αποφεύγει τις λεωφόρους και τους αυτοκινητόδρομους, επιλέγοντας με μεγάλη προσήλωση γραφικά δρομάκια στους αρχαίους πυρήνες των πόλεων, αλλά και άγνωστα ανηφορικά μονοπάτια στην ύπαιθρο και την ενδοχώρα των προορισμών που επισκέπτεται. Με βάση αυτά τα κριτήρια, είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι η συγγραφέας έχει μεγαλύτερη έφεση στους ασιατικούς, παρά στους ευρωπαϊκούς προορισμούς. Η Ασία διατηρεί ακόμα πολλούς ανεξερεύνητους θησαυρούς, πολλά κλειδωμένα μυστήρια, ενώ η Ευρώπη είναι πια ανοικτό βιβλίο.

Ώρα όμως να παραθέσω και κάποια δείγματα γραφής. Ιδιαίτερη μνεία θέλω να κάμω στο λυρισμό που είναι διάχυτος παντού, σε όλο το βιβλίο. Ένας λυρισμός ουδόλως πομπώδης, επιτηδευμένος και διακηρυκτικός, αλλά απλός, λιτός και χαμηλόφωνος: «Την άνοιξη, η έκρηξη και η κοσμογονία των χρωμάτων συνταυτίζεται με την ευφορία, την ψυχική ανάταση και την πνευματική εγρήγορση. Το καλοκαίρι της εξωστρέφειας, της φυγής και των αποδράσεων, ιδεώδες για πρωινά ερωτικά σκιρτήματα, για εξαίσιους απογευματινούς περιπάτους και ρομαντικά νυχτοπερπατήματα!». (σελ. 27)

Λίγο πιο κάτω η συγγραφέας θα αναγνωρίσει τη σημασία του ρομαντισμού, κατ’ επέκταση και του λυρισμού, στα ταξίδια της: «Κάποιοι τόποι απαιτούν  μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μας, ίσως για την ποιητικότητα, τον ρομαντισμό που αποπνέουν». (σελ. 43)

Συχνά οι τόνοι της Ε.Σ. γίνονται εξομολογητικοί. Δεν έχει να κρύψει τίποτε από τον αναγνώστη της. Ανοίγει τα παράθυρα του κόσμου με τα ταξίδια της. Ανοίγει και τα παράθυρα της ψυχής της με συχνή, ανεπιτήδευτη και ειλικρινή αυτοαναφορικότητα: «Ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που τριγυρνούν στον κόσμο από μια βαθύτερη ανάγκη ψυχής. Ανακαλύπτω τον δρόμο μου μέσα στον δρόμο και την οδοιπορία. Εκεί, όπου δεν υπάρχουν εμπόδια να κλείνουν την πόρτα στο όνειρο να λειτουργήσει». (σελ. 87)

Θέλω όμως να σταθώ και στις αναφορές της συγγραφέως στους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών και στα έργα τους. Όλες συνυφασμένες, άρρηκτα και λειτουργικά, με συγκεκριμένο ταξίδι κάθε φορά. Πχ. στο ταξίδι στην Αυστρία δεσπόζει η μορφή του Μότσαρτ, στη Ζυρίχη παρελαύνουν οι μελωδίες του Σοπέν, στο Άμστερνταμ ο Ρέμπραντ και ούτω καθεξής. Ειδικά στην ολλανδική περιήγηση όμως η εμβληματική φιγούρα του Βαν Γκογκ περιδιαβάζει σε πολλές σελίδες. Σε σημείο μάλιστα που θα έλεγα ότι η συνολική αναφορά (σελ. 47-51) συνθέτει ένα ενδιαφέρον ευσύνοπτο δοκίμιο για την προσωπικότητα και το έργο του σπουδαίου αυτού ζωγράφου.

Επιστρέφουμε όμως στην εξύμνηση της ομορφιάς και στη χαρά που απορρέει από τη θέασή της, όπως τη βιώνει η συγγραφέας και όπως την μεταλαμπαδεύει στον αναγνώστη της: «Ρυάκια, λιμνούλες και πάπιες ανεβασμένες στις πράσινες όχθες να τινάζουν τα φτερά, τα βαμμένα κόκκινα γεφυράκια, ακόμα μια μικρή βάρκα και αυτή βαμμένη κόκκινη… θέλω να φωνάξω, δεν αντέχω τόση ομορφιά, δεν αντέχω τόση χαρά…». (σελ. 57)

Ως κατακλείδα σε αυτή την παρουσίαση, παραθέτω τη σημασιολόγηση των ταξιδιών από την ίδια τη συγγραφέα: «Κάθε ταξίδι κρύβει κάποιες μαγικές στιγμές που φέρνουν τις μεγάλες ανατροπές, φτάνει να είμαστε σε θέση να τις αντιλαμβανόμαστε». (σελ. 145) Αναντίλεκτα, η Ε.Σ., ταξιδεύοντας έχει σε πλήρη εγρήγορση και ενάργεια όλες τις αισθήσεις της, όλους τους αισθητήρες της, συναισθηματικούς και νοηματικούς. Γι’ αυτό και το συγγραφικό αποτέλεσμα είναι τόσο αξιοσημείωτο.

g.frangos@cytanet.com.cy