Καθόταν εκεί, με ένα πικρό χαμόγελο σχηματισμένο στο πρόσωπό του. Μέσα, στην αίθουσα του Σινέ-Στούντιο, προβαλλόταν το «Λιβάδι που Δακρύζει», πρώτο μέρος μίας κινηματογραφικής τριλογίας που δεν έμελλε να ολοκληρωθεί.

Επιστρέφοντας θαρρείς από σκέψεις βαθιές, γύρισε και μου είπε: «Το ευρωπαϊκό σινεμά δεν έχει πια ενδιαφέρον… Το μέλλον του κινηματογράφου βρίσκεται στην Ανατολή». Σήμερα, που η κρίση για την Γηραιά μας Ήπειρο δεν είναι μονάχα καλλιτεχνική, σκέφτομαι συχνά τα λόγια του αξέχαστου Θόδωρου Αγγελόπουλου. Δέκα χρόνια από τον αδόκητο χαμό του, «η σκόνη του χρόνου» έχει καλύψει για τα καλά, ανθρώπους και πράγματα. Από τα Φεστιβάλ της Ευρώπης παρελαύνουν διάφορες ταινίες που στέκουν μετέωρες, χωρίς να αφήνουν το ιστορικό τους στίγμα. Κάποιες από αυτές, συγκυριακές επιτυχίες, καταφέρνουν απλώς να αποτυπώσουν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα ή την συλλογική αντίληψη της στιγμής, για γεγονότα που πλέον μας ξεπερνούν. 

Η συλλογική και προσωπική μας αυταρέσκεια, η αίσθηση της καλλιτεχνικής υπεροχής  (άλλωστε εδώ, στην Ευρώπη, δεν γεννήθηκε ο κινηματογράφος;) η υπερβολική εξάρτηση από την γραφειοκρατία, έχουν γεννήσει ρηξικέλευθες ταινίες, αλλά μονάχα στην επιφάνεια. Δηλαδή, τεχνικά άρτια φιλμ, με ένα περιεχόμενο που εξαντλείται στην πεπατημένη αντίληψη της ζωής και στον μονοδιάστατο, διδακτικού τύπου συμβολισμό.

Και όμως, οι φίλοι μας από την Ανατολή, έχουν δείξει πως για να φτιάξεις σινεμά δεν χρειάζεσαι δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Συχνά, τα μεγαλύτερα έργα γίνονται με τα πιο ταπεινά υλικά: θυμηθείτε τη «Γεύση του Κερασιού» του Κιαροστάμι, ή πιο πρόσφατα το «Ένας Χωρισμός» του Φαραντί, τα «Παράσιτα» του Τζουν Χο… Βεβαίως, σπουδαίες ταινίες εξακολουθούν να γίνονται και στην Ευρώπη. Όμως, αισθάνεσαι πως έχει χαθεί η ιδιαίτερη ταυτότητα των εθνικών κινηματογράφων. Αλήθεια, πού πήγαν οι Φελλίνι, οι Καουρισμάκι, οι Γιάντσο, οι Μπέργκμαν, οι Μπουνιουέλ της εποχής μας; 

Η κρίση βρίσκεται παντού. Και είναι οι πιο περιθωριακές, ιδιαίτερες φωνές που εξακολουθούν να την εκφράζουν καλλιτεχνικά. Σκέφτομαι τα «Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο» του Ρόι Άντερσον, αυτό το γλυκόπικρο, σουρεαλιστικό ταμπλό-βιβάν, εκεί στην αυγή της νέας χιλιετίας. Η παρακμή που αποπνέει το φιλμ, η παθητικότητα, η αδυναμία επικοινωνίας, η αίσθηση του τέλους, φαντάζουν πιο σύγχρονα σήμερα, που ετοιμαζόμαστε για τον επερχόμενο, δύσκολο χειμώνα.

Να λοιπόν ένα ευρωπαϊκό φιλμ που αντέχει στη βάσανο του χρόνου. Θα υπάρξουν άραγε και άλλα; Ποιες ταινίες θα γεννηθούν εν μέσω πολέμου, εν μέσω οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής, υγειονομικής και επισιτιστικής κρίσης; Οι νέες τάσεις στο ευρωπαϊκό σινεμά ξεπήδησαν μέσα από τις στάχτες Παγκοσμίων Πολέμων, μέσα από κινήματα διαμαρτυρίας που συντάραξαν τα θεμέλια της Ηπείρου μας. Άραγε θα επαναληφθεί η ιστορία; Η φτώχεια θα γεννήσει ένα άλλο νεορεαλισμό; Ένα νεότερο κύμα θα υψωθεί μέσα από τις κοινωνικές ταραχές; Κι ένα αναγεννημένο free-cinema, θα προβάλει ως αντίσταση ενάντια στον διάχυτο νεοσυντηρητισμό;

Όπως φαίνεται, κατά τον ερχόμενο χειμώνα, θα βρισκόμαστε στην βάση της Πυραμίδας του Μάσλοου. Δηλαδή, θα είμαστε απασχολημένοι με την ικανοποίηση των πρωταρχικών μας αναγκών: βενζίνη για το αυτοκίνητο, πετρέλαιο για τη θέρμανση, ψωμί για το σπίτι. Πού καιρός λοιπόν για τέχνη και σινεμά; Και όμως, τότε ακριβώς είναι που χρειάζονται τα έργα του πολιτισμού, προκειμένου να εκφράσουν, να νοηματοδοτήσουν τις επώδυνες, συλλογικές εμπειρίες μας. Αλήθεια, τι ταινίες θα αφήσουν πίσω τους η πανδημία, ο πόλεμος, η περιβαλλοντική κρίση; Και τι θα συμβεί αν όλα αυτά γίνουν η ζοφερή μας καθημερινότητα; Ποια φωνή θα υψώσουν η τέχνη, το θέατρο, ο χορός, η μουσική; 

Πώς θα αποτυπώσει τη νέα μας ζωή η μεγάλη οθόνη του σινεμά;  Ίσως (λέω ίσως) ανατείλει τότε, μια πιο φωτεινή μέρα για τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Ακριβώς όπως ο Αγγελόπουλος, πίσω στο 1970, μέσα από την δυσοίωνη και ανατρεπτική του «Αναπαράσταση», γέννησε κάτι το νέο για το ελληνικό σινεμά. 

Ελεύθερα, 14.8.2022