Άλλο ένα αρχοντικό της παλιάς Λευκωσίας είναι έτοιμο να ζήσει μια καινούρια ζωή μετά την αποκατάσταση του. Βρίσκεται στην οδό Αρσινόης και έχει κτιστεί πριν 123 χρόνια. Χάρη στην αγάπη των ανθρώπων που το κληρονόμησαν η κατοικία όχι μόνο διασώθηκε αλλά και απέκτησε ξανά χρήση προσθέτοντας άλλο ένα κύτταρο ζωής στην πόλη που προσπαθεί να ανακάμψει.

Το σπίτι στην οδό Αρσινόης 48 μαρτυρά την ιστορία του τόπου τα τελευταία 120 χρόνια. Κτισμένο, όπως υπολογίζεται μεταξύ 1893-1897, με πολλή δεξιοτεχνία από πέτρα, αρχικά μάλλον για Τούρκους ιδιοκτήτες, όπως μαρτυρούν κάποια στοιχεία. Το 1901 αγοράστηκε από τον Ιάκωβο Τομπάζη, από την Περιστερωνοπηγή, ο οποίος μετακόμισε εκεί με την οικογένεια του: τη σύζυγο του Μαριάννα, τους τέσσερεις γιους και τις δύο κόρες. Οι γιοί σπούδασαν όλοι γιατροί αλλά οι δύο πέθαναν πολύ νωρίς, ο ένας από ισπανική γρίπη το 1918 μόλις τέλειωσε τις σπουδές του στο Παρίσι κι ο άλλος από πλευρίτιδα στην Αθήνα το 1924. Οι άλλοι δύο έμειναν αρχικά στην Ελλάδα όπου εργάστηκαν ως γιατροί. Έτσι το σπίτι κληροδοτήθηκε στη μία κόρη, την Ελένη η οποία είχε σπουδάσει δασκάλα στο Αρσάκειο αλλά μετά τον γάμο της, όπως γινόταν την εποχή εκείνη, έπαψε να εργάζεται. Ταυτόχρονα αγοράστηκε το διπλανό σπίτι στην Περικλέους 66 και δόθηκε στην άλλη κόρη, δημιουργώντας ένα οικογενειακό συγκρότημα. Και τα δύο πέρασαν από τη μια γενιά στην άλλη μέχρι που άρχισε η εγκατάλειψη της εντός των τειχών πόλης, με αποτέλεσμα οι δύο κατοικίες να περιέλθουν σε κατάσταση φθοράς, όπως και όλο το ιστορικό κομμάτι της Λευκωσίας. Το ευχάριστο είναι ότι πλέον αποκαταστάθηκαν και οι δύο. 

 

Η κατοικία στην Αρσινόης, διαμορφώθηκε κάποια στιγμή για να στεγάσει στο κάτω μέρος το ιατρείο του αδελφού της ιδιοκτήτριας, Τηλέμαχου, ο οποίος θα μετακόμιζε από την Ελλάδα στην Κύπρο. Μεσολάβησε όμως ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και τα σχέδια ανατράπηκαν. Έχοντας χηρέψει πολύ νωρίς η Ελένη, συνήθιζε να νοικιάζει δωμάτια του σπιτιού σε κοπέλες που έρχονταν στην πόλη για να μάθουν τέχνη (συνήθως ραπτική), ενώ το μέρος που θα στέγαζε το ιατρείο μετατράπηκε σε καταστήματα. Στο μεταξύ τα δύο παιδιά της ιδιοκτήτριας είχαν μεταναστεύσει. Η κόρη στην Αγγλία κι ο γιος στην Αμερική. Με την εισβολή του 1974, βρέθηκε πια να ζει μόνη με την οικογένεια μίας γυναίκας από τον Τράχωνα, η οποία κάποτε εργαζόταν εκεί ως οικιακή βοηθός και πλέον ήταν πρόσφυγας. Η Ελένη πέθανε το 1985 και το σπίτι πέρασε στην ιδιοκτησία της κόρης της η οποία όμως διέμενε στην Αγγλία. Για αυτό και ενοικιαζόταν για διάφορες χρήσεις: Από χώρος διαμονής ενός ανταποκριτή του BBC μέχρι ξυλουργείο, Σχολή Τέχνης, γραφεία της ΚΥΣΑ, ενώ η ιδιοκτησία περιήλθε πλέον στα χέρια της Μαρίας Ευθυμίου, εγγονής της Ελένης. Η Μαρία με τον σύζυγο της Μιχάλη Ευθυμίου αποφάσισαν να δώσουν το «φιλί της ζωής» στην κατοικία που στο πέρασμα των χρόνων και με την αλλαγή των χρήσεων είχε δεχτεί διάφορες παρεμβάσεις. Με πιο δραστική όμως τη σημερινή με την οποία η κατοικία αποκαταστάθηκε πλήρως.  

​​

 

​Παρά τη ριζική ανακαίνιση, δεν έγινε καμία αλλοίωση στα χαρακτηριστικά εκείνα που την εντάσσουν στις διατηρητέες οικοδομές. Το αντίθετο: Πολλά στοιχεία, όπως οι 5 καμάρες για παράδειγμα, αναδείχτηκαν. Το δε πάτωμα, το οποίο λόγω φθορών αφαιρέθηκε, αντικαταστάθηκε –στο ισόγειο- με πανομοιότυπα κεραμικά με μοτίβα που παραπέμπουν στα παραδοσιακά, ενώ στον όροφο τοποθετήθηκαν γυψομάρμαρα. Η μόνη ίσως παρέμβαση είναι η διαμόρφωση κάποιων βοηθητικών χώρων του ισογείου ώστε να φιλοξενήσουν την κουζίνα και τους χώρους υγιεινής καθώς και η τοποθέτηση υαλοπινάκων μεταξύ του ηλιακού και της αυλής, επεκτείνοντας έτσι τον εσωτερικό χώρο και χαρίζοντας άπλετο φως και θέα προς την εσωτερική αυλή. 

Την ευθύνη της αποκατάστασης ανέλαβε το αρχιτεκτονικό γραφείο Χρήστου Μαραθοβουνιώτη και τις εργασίες εκτέλεσης η εργοληπτική εταιρεία C. Roushas.  

Ελεύθερα, 29.5.2022.