Σταυρούλα Μπίου: «Ίρις ματωμένη», εκδόσεις Αρμίδα, 2021.
Μια μικρή πραγματεία περί έρωτος αποτελεί η πρωτόλεια συλλογή της νέας ποιήτριας Σταυρούλας Μπίου υπό τον τίτλο: «Ίρις ματωμένη». Στο βιβλίο θεματοποιούνται όλες οι μορφές του έρωτα, όλες οι εκφάνσεις και εκβάσεις του. Στα ποιήματα της Στ. Μπ. απαντώνται ο πληγωμένος έρωτας, ο προδομένος, ο ατελέσφορος, ο χωρίς ανταπόκριση, ο ηθικά μεμπτός, ο απαγορευμένος, ο αιώνιος, ο παθιασμένος και ο αλησμόνητος. Ωστόσο, επειδή το τραύμα διεγείρει περισσότερο την ποιητική δημιουργία απ’ ότι η ευφορία της ευτυχίας, στα 49 τόσα ποιήματα της συλλογής δεσπόζουσα θέση κατέχει η ερωτική πληγή, ο πόνος που αφήνει πίσω του ο απελθών έρωτας.
Τα ποιήματα της Στ. Μπ. διακρίνονται κυρίως για τον ελεγειακό τους χαρακτήρα, την τρυφερότητα, την ευαισθησία, αλλά και την ευτολμία τους. Είναι μεν ποιήματα εσωτερικού χώρου, αλλά με ευθύτητα που παραπέμπει σε ανοικτά πορτοπαράθυρα. Είναι ακόμη διαποτισμένα με εκφραστικότητα, λιτότητα και δυναμική ροή του λόγου.
Ώρα όμως να περάσουμε από τις γενικές στις ειδικές επισημάνσεις. Το εισαγωγικό ποίημα της συλλογής είναι γραμμένο σε παραδοσιακό δεκαπεντασύλλαβο στίχο, ζευγαρωτά ομοιοκατάληκτο. Και είναι το μοναδικό ποίημα στο βιβλίο. Ίσως η ποιήτρια να θέλησε ν’ αντλήσει δυνάμεις και θάρρος από την παράδοση, προτού προχωρήσει στο αισθητικό εγχείρημά της. Γι’ αυτό καταλήγει: «Αφήνω πια τη ρίμα μου / λέξεις κεντώ και πάθη / και στην ακτή του έρωτα / ξεβράζομαι μονάχη». (σελ. 13)
Συχνά, η νέα ποιήτρια αναδεικνύει τα αιώνια γυναικεία θέλγητρα με λεπτότητα, φαντασία, αλλά και μ’ ένα αισθησιασμό διανθισμένο με ερωτικό δέος: «Ξυπνάω την υγρή μου επιδερμίδα / με μείγμα αρωμάτων. / Σαν καλός αγωγός / τα δέχεται / τ’ αφομοιώνει / κι αισθάνεται / στα πιο βαθιά της / στρώματα το άγγιγμά σου / να την πλημμυρίζει». (σελ.22)
Μια από τις πιο ωραίες στιγμές του βιβλίου θεωρώ το ποίημα «Ο χορός». Κι αυτό διότι είναι ένα ερωτικό ποίημα πικρά και οδυνηρά όμορφο, πολυπρόσωπο, ανατρεπτικό και άκρως παραστατικό: «Πάρε μια μάσκα / χόρεψε με τον Ρωμαίο / μίσησε τον Εφιάλτη / φίλησε τη Στιγμή / σκότωσε την Κλυταιμνήστρα… / πλάγιασε στη φεγγαρόσκονη / και ξύπνα περήφανα στον ήλιο. / Έπειτα / μην ξεχάσεις να την βγάλεις». (σελ. 33)
Όπως προανέφερα, ο πληγωμένος έρωτας αποδίδεται με μεγαλύτερο συγκινησιακό ρίγος, με μεγαλύτερη ένταση, εκφραστικότητα και εν τέλει ευστοχία: «Οι μώλωπες της ψυχής μου αυξάνουν μέρα με τη μέρα / μα σήμερα το χέρι τους ρίζωσε για πάντα / στα έγκατα της καρδιάς μου». (σελ. 43) Η παραστατικότητα, όπου και όταν επιτυγχάνεται, είναι μεγάλος αρωγός στους ποιητικούς συμβολισμούς.
Ο χρόνος και η μνήμη διαδραματίζουν ρόλο καταλυτικό σε όλες τις αισθητικο-ποιητικές κατηγορίες. Νομοτελειακά, αυτό συμβαίνει και στις ερωτικές θεματικές και υποθεματικές. Η Στ. Μπ. πραγματεύεται στο βιβλίο της και τις ερωτικές μνήμες. Και τις πραγματεύεται με τρόπο διάφανο και τρυφερό: « …κορμιά που ξέρουν πως / δεν θα ξαναγγιχτούν / δεν θα ξαναγκαλιαστούν,… / …Συνεχίζουν ακάθεκτα να μάχονται,… / να κερδίσουν μια επιπλέον ανάσα, / μιαν ακόμα μυρωδιά / στο μέρος του εγκεφάλου / που αποθηκεύει τις μνήμες». (σελ. 44)
Γενικά, η Στ. Μπ. γράφει ποιήματα ψυχοσυναισθηματικών καταστάσεων, όπου πρυτανεύει μια επίγευση αμαρτίας, προδοσίας, πόνου, πίκρας ή θλίψης ή όπου όλα αυτά τα συναισθήματα συνυπάρχουν, είτε ενισχύει το ένα το άλλο, είτε υπονομεύει το ένα το άλλο. Στο παράδειγμα που ακολουθεί εμφιλοχωρεί και η αισχύνη: «Κι ένα φιλί που κάποτε έδωσες / τόσο ταιριαστό κι εφαπτόμενο / εκείνο το ηλιόλουστο μεσημέρι / σε κοιτά από τη γωνιά του δωματίου / και κλείνει τη λάμπα / μη αντέχοντας την τόση ντροπή». (σελ. 46)
Στη συλλογή ξεχώρισα ακόμη το ποίημα «Θάνατος Ι» για τη σκηνοθετική δομή του, για τη συνεχή αλλά αρμονική εναλλαγή των εικόνων του, για την υφολογική του απλότητα. Πρόκειται για ένα ποίημα που παραπέμπει σε κλασικό φιλμ νουάρ: «Η πρώτη ματιά, / μια χειραψία με τη ζέστα / του κορμιού σου να με / διαπερνά… / …Σαν καλογραμμένη ταινία / περνάνε μπροστά μου / σκηνή με σκηνή / δευτερόλεπτο με δευτερόλεπτο. / Και ξαφνικά σιγή. / Πόνος αξεχώριστος. / Συντρίμμια η καρδιά… / …Κι εγώ να παρακαλώ, / αλλάξτε πρωταγωνίστρια μοιρολογώ». (σελ. 54-55)
Η θελκτική μαγεία της ποίησης –και γενικά της λογοτεχνικής καταγραφής– έγκειται στην αναγωγή του προσωπικού βιώματος σε καθολική βιωματική συναίσθηση, στη μετάπλαση ενός ειδικού θέματος σε γενικό ζήτημα, που αφορά πολύ περισσότερους ανθρώπους. Αυτή η καθολίκευση, όταν βεβαίως, πραγματώνεται με αισθητική επάρκεια, αυτή η υπέρβαση συνιστά λογοτεχνία. Σ’ αυτές τις σκέψεις με οδήγησαν οι στίχοι που ακολουθούν: « …του χαμογέλασες / τον κοίταξες / και φυλάκισες για πάντα / την ωραία αυτή στιγμή / γιατί πίστευες πως μόνο εσύ / την κέρδισες / μόνο εσύ την είχες / κι ας ξενύχτησαν κι άλλες / στη θύμησή της / κι ας έκλαψαν κι αυτές μαζί σου / θρηνώντας τα νιάτα που πέρασαν / και που άφησαν μόνο / αυτό το ωραίο / χειροφίλημα για προίκα σου». (σελ. 62)
Εκφράζω την απόλυτη βεβαιότητα πως θα υπάρξει συνέχεια στην ποιητική πορεία της Στ. Μπ. Κι η συνέχεια θα είναι πληρέστερη και πλουραλιστικότερη, υφολογικά και θεματικά, με μεγαλύτερη αισθητική πυκνότητα κι ενδεχομένως μεγαλύτερη δυναμική στην ροή και την εκφορά του ποιητικού λόγου.
Φιλελεύθερα, 30.1.2022