Λουΐζα Παπαλοΐζου: «Το Βουνί», εκδόσεις Το Ροδακιό, 2020.

Η Λουΐζα Παπαλοΐζου έγραψε ένα ογκώδες μυθιστόρημα, πλουραλιστικό ως προς τις υφολογικές προσεγγίσεις, επαρκές όσον αφορά την ιστορική αναδίφηση και πλούσιο σε λογοτεχνικές αρετές. «Το Βουνί» κερδίζει το αναγνωστικό στοίχημα από την πρώτη μέχρι την τελευταία 454η σελίδα του, καθώς το ενδιαφέρον διατηρείται αμείωτο και λόγω καλλιέπειας της γραφής, αλλά και λόγω ουσίας του περιεχομένου. 

«Το Βουνί» είναι ένα τρίφωνο, χορωδιακό μυθιστόρημα που αναπτύσσεται σπονδυλωτά, αλλά με ανάστροφη πορεία προς το χρόνο. Ενώ διαθέτει συναφή σπαράγματα, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί εξ ολοκλήρου ιστορικό μυθιστόρημα. Θα το χαρακτήριζα ως ένα πολυεπίπεδο τοποκεντρικό αφήγημα, με έμφαση στις υπαρξιακές αναζητήσεις, αλλά και τις περιπέτειες ενός ολόκληρου λαού. 

Οι κύριες έννοιες τις οποίες πραγματεύεται η συγγραφέας σε ολόκληρο το βιβλίο είναι η εθνική ταυτότητα, ο αλυτρωτισμός των Κυπρίων, τα κοινωνικοπολιτικά τους τραύματα, η ιστορική μνήμη, η νοσταλγία, ο ξενιτεμός και ο πόνος, κυρίως ο πόνος της απώλειας. Η αφηγηματική πολυμορφία, είναι, πιστεύω, η κύρια λογοτεχνική αρετή του έργου.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, ο ναυτικός Ξενής, πότε ξέμπαρκος και πότε εν πλω, ξεδιπλώνει τη νοσταλγία μα και την πίστη του στην Κύπρο και τους ανθρώπους της. Στο δεύτερο μέρος, η νεαρή χωριατοπούλα Ροδού, γλαφυρή και αφτιασίδωτη αφηγήτρια, με αφοπλιστική ειλικρίνεια και κελαριστή ντοπιολαλιά αποκαλύπτει μια Κύπρο που δεν ζήσαμε αλλά όλοι διαισθανόμαστε. Στο τρίτο και τελευταίο μέρος του βιβλίου ο Σουηδός αρχαιολόγος, ως ξένος περιηγητής – παρατηρητής, δεν αρκείται μόνο σε επιφανειακές επισημάνσεις, αλλά διεισδύει, με ευαισθησία και απλότητα, στην ψυχοσύνθεση των Κυπρίων των αρχών του 19ου αιώνα, στις έγνοιες, τις αγωνίες και τις επιθυμίες τους. 

Ο Ξενής, εγχώρια συνείδηση σε πλήρη εγρήγορση, στέκεται κριτικά απέναντι σε φθοροποιές νοοτροπίες του ’50, του ’60 και του ’70, ψέγοντας με υποδόριο και ουδόλως καταγγελτικό τόνο το ρουσφέτι, τον εύκολο πλουτισμό, τον αρριβισμό. Την ίδια ώρα μιλά για τις σχέσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων χωρίς να εξιδανικεύει ή να ωραιοποιεί∙ ούτε υπεραπλουστεύει, βέβαια. Ειρηνική μεν η σχέση, αλλά ήταν συμβίωση μόνο μέχρι το ’63, από εκεί και πέρα έγινε απλώς παράλληλη συνύπαρξη. 

Η συνολική τοποθέτηση της Λ. Παπαλοΐζου δεν είναι ηχηρή, αλλά είναι ευκρινής και καθόλου ανεπαίσθητη. Η άποψή της είναι προοδευτική, εκσυγχρονιστική και με όραμα για τον τόπο. Και τη διατυπώνει με τρόπο αισθητικά επαρκή. Χωρίς διδακτισμούς και πομπώδεις εκφράσεις, χωρίς απόλυτες κατηγορηματικότητες και από καθέδρας λογύδρια. 

Όλη η πίκρα, όλη η απογοήτευση κι ο πόνος, όλο το παράπονο του λαού μας σε μια μόνο πρόταση: «Ούτε ανταλλάγματα εζητήσαμεν, ούτε θέσην στην κυβέρνησην, ούτε επιδόματα, ούτε τίποτε. Ώσπου είπαν μας τζιαι προδότες!». (σελ. 124)

Γενικά, η συγγραφέας ψέγει την ιδεολογική μισαλλοδοξία της άρχουσας δεξιάς εθνικόφρονης παράταξης. Ο ψόγος της όμως δεν είναι ούτε πομπώδης, ούτε διακηρυκτικός. Εκμαιεύεται μέσα από τους διαλόγους και τις σκέψεις των ηρώων της: «Ο κόσμος αθθυμάται Ξενή. Αθθυμάται πως ο μακαρίτης ο πατέρας σου ήταν αριστερός. Είχαν τον σημαδεμένον, ελαλούσαν τον ρωσσόφιλον, κομμουνιστήν». (σελ. 137)

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου ένα αγροτοκόριτσο, η Ροδού, ανάμεσα σε άλλα, βιώνει δραματικές στιγμές με τον θάνατο και την ταφή του πατέρα της. Αυτό το μέρος του μυθιστορήματος είναι γραμμένο εξολοκλήρου στην κυπριακή διάλεκτο. Γλώσσα βαθιά, πλούσια, εκφραστική, χυμώδης και παχύρευστη, νοηματικά και ηχητικά. Το εγχείρημα αποδεικνύεται επιτυχές. 

Διάχυτη, η θυμοσοφία, η νοοτροπία και το χιούμορ μιας εποχής: «Αν ήτουν δυνατόν να μας αππηδούν οι αντράδες δίχα μας, ήτουν να το κάμνουν!». (σελ. 197) Την ίδια ώρα αντικρύζουμε συχνά απαράμιλλες ποιητικές εικόνες: «Δε, δε την θάλασσαν, κόρη, εμπήκεν ούλλη μες στα μάθκια σου. Τα μμάθκια σου τζαι η θάλασσα εν’ μοιαστά, όπως η μάνα με την κόρην». (σελ. 273)

Στο τρίτο μέρος του βιβλίου επιστρατεύεται η επιστολική γραφή με τα αναλυτικά γράμματα του Σουηδού αρχαιολόγου προς τους γονείς του. Αυτά γοητεύουν τον αναγνώστη. Οι επισημάνσεις που έχουν να κάμουν με τις ανθρώπινες συμπεριφορές, νοοτροπίες και συνήθειες. Το αξιακό σύστημα των ανθρώπων της τότε εποχής σκιαγραφείται με πειστικότητα, γλαφυρότητα και ιδιαιτέρως ανάγλυφο, παραστατικό τρόπο. 

Βέβαια, στις ανασκαφές, οι Σουηδοί αρχαιολόγοι ερευνούν το επιστημονικό τους αντικείμενο. Αλλά οι χωριάτες εργάτες ψάχνουν τις ελληνικές τους ρίζες. Εδώ η εντοπιότητα παντρεύεται με τον αλυτρωτισμό, αλλά δεν ελλείπουν και οι κοινωνικές προεκτάσεις. Για παράδειγμα, ο εργάτης Χρίστος, με τον οποίο ο Σουηδός αφηγητής έχει βαθιές αναλυτικές συζητήσεις, εμφανώς εμφορείται από σοσιαλιστικές ιδέες.

Ωστόσο, ο εθνικός αλυτρωτισμός των Ελληνοκυπρίων εργατών της ανασκαφής ηγεμονεύει και δεσπόζει και πάνω από κάθε κοινωνική ανησυχία: «Πολύ καλά λοιπόν, τι θέλετε όλοι εσείς να ξεθάψουμε από το χώμα;» «Την Ένωση»! (σελ. 365)

Συνολικά αποτιμώντας το μυθιστόρημα της Λ. Παπαλοΐζου θα έλεγα ότι το πρώτο μέρος, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι αισθητικά ανώτερο, πληρέστερο και επαρκέστερο. Θα μπορούσε από μόνο του, αυτόφωτα, να είναι ένα αυτοτελές χωριστό μυθιστόρημα. Τα ίδια ισχύουν, σε σαφώς μικρότερο βαθμό, για το τρίτο μέρος του βιβλίου. Το εξαίρετο υφολογικά και γλωσσικά δεύτερο μέρος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εμβόλιμο ποιητικό πρελούδιο στη συνολική λογοτεχνική παραγωγή της συγγραφέως. Γιατί το πιστεύω απόλυτα, η Λ. Παπαλοΐζου μπορεί, πέρα από την πεζογραφία, να γράψει και πολύ αξιόλογη ποίηση, φτάνει να το θελήσει.

g.frangos@cytanet.com.cy