«Digger» του Τζώρτζη Γρηγοράκη στο Πάνθεον.
Παρά το γεγονός ότι εν μέσω και της πανδημίας ο μοναδικός arthouse κινηματογράφος της Λευκωσίας και της Κύπρου, το Πάνθεον, ψυχορραγεί, η διεύθυνσή του δεν δείχνει διάθεση να ρίξει νερό στο κρασί της ως προς τον χαρακτήρα και τον προσανατολισμό του. Μοιάζει μ’ ένα τελευταίο οχυρό μπροστά στην επέλαση των συνδρομητικών πλατφόρμων streaming, την επικράτηση του mainstream και της μεγαθηριακής λογικής των πολυαιθουσών.
Η αίθουσα ξεκίνησε τις προβολές για το 2022 μ’ ένα φιλμ πολυσυζητημένο αλλά μόνο στο πολύ κλειστό κλαμπ των φίλων του ανεξάρτητου ελληνικού κινηματογράφου: το ντεμπούτο του Τζώρτζη Γρηγοράκη «Digger». Μια ιδιαίτερα τολμηρή επιλογή, παρά το γεγονός ότι η ταινία σάρωσε τα Ίρις της Ελληνικής Ακαδημίας με 10 βραβεία και 14 υποψηφιότητες, ενώ διακρίθηκε και στα φεστιβάλ Βερολίνου, Σαράγεβου και Θεσσαλονίκης. Μιλάμε πάντα για ένα βραδύκαυστο δράμα, με εσωτερική δράση, από αυτά που δύσκολα συναντούν το ευρύ κοινό. Ακόμη και το πιο υποψιασμένο.
Η αλήθεια όμως είναι ότι ο Γρηγοράκης συστήθηκε δυναμικά με την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, που δεν είναι απλώς το καλύτερο ελληνικό φιλμ της χρονιάς αλλά αποτελεί κι ένα ορόσημο στην κινηματογραφική παραγωγή της τρέχουσας δεκαετίας. Μια ταινία με χαρακτήρα, όραμα, πυγμή, ιδέες. Ένα πρότζεκτ με πολύ μεδούλι, με καλλιτεχνική και τεχνική αρτιότητα και με θεώρηση που συγκινεί και προβληματίζει. Μια δουλειά με αισθητική νεογουέστερν, μ’ έναν ωμό ρεαλισμό που δεν παρασύρεται σε γραφικότητες, με το τοπίο και τον άνθρωπο σε πλήρη αρμονία αλλά και σε μοιραία αντιδιαστολή.
«Digger» στα αγγλικά είναι ο εκσκαφέας, όμως σαφής είναι κι η σύνδεση με την έννοια του ευκαιριοθήρα. Σαν το Πάνθεον, το ξύλινο σπίτι του Νικήτα (Βαγγέλης Μουρίκης) μέσα στο δάσος, μοιάζει κι αυτό με έσχατο οχυρό εμπρός στην επέλαση της ανθρώπινης απληστίας αλλά και μιας τερατώδους μηχανής που καταβροχθίζει τα πάντα και εξαγοράζει συνειδήσεις. Μοιάζει με Ινδιάνο που σε μια απέλπιδα μάχη υπερασπίζεται ξεροκέφαλα την ιερή γη των προγόνων του. Όχι στην Άγρια Δύση, αλλά σ΄ένα δάσος της ορεινής Χαλκιδικής. Εκεί έγιναν τα γυρίσματα- όχι μακριά από τις Σκουριές και την επεισοδιακή και ρυπογόνα εξόρυξη χρυσού.
Βέβαια, τα ορυχεία και τα μηχανήματα που παρουσιάζονται στην ταινία προέρχονται από τους «δρόμους του λιγνίτη» στην περιοχή της Κοζάνης- Πτολεμαΐδας, αρκετά δυτικότερα. Ο Γιώργος Καρβέλας φροντίζει με τα μουντά και τραχιά του πλάνα να τονίσει την αίσθηση της συνεχούς απειλής. Ο άνθρωπος βαραίνει και γίνεται ομόυλος των βαρέων καιρικών συνθηκών. Η απερίσκεπτη υλοτομία, ελέω της τυφλής ανάπτυξης, προκαλεί πλημμύρες και κατολισθήσεις, με τον ήρωα ν’ αντιστέκεται και να διεκδικεί λυσσαλέα την επισφαλή του θέση μέσα στο ανελεήμον οικοσύστημα.
Η έλευση με μοτοσικλέτα του αποξενωμένου γιου του Τζόνι (Αργύρης Πανταζάρας) μετά από 20 χρόνια προκειμένου να διεκδικήσει μέρος της πατρικής περιουσίας, σφίγγει τον κλοιό για τον Νικήτα και βαθαίνει τις αφηγηματικές δυναμικές της ταινίας. Ο Γρηγοράκης ενώνει τα νήματα που συνδέουν το ατομικό με το συλλογικό, διαταράσσει τις ισορροπίες, επιστρατεύει αντίρροπες πιέσεις, επιτρέπει στο κινούμενο τοπίο να εισβάλει στην ψυχή των ηρώων και του θεατή. Το ερωτικό ενδιαφέρον που προκαλεί ο χαρακτήρας της Μαίρης (Σοφία Κόκκαλη) δίνει ανάσες στην πλοκή. Οι υπόλοιποι περιφερειακοί χαρακτήρες, μεσάζοντες και κάτοικοι της περιοχής που φιλονικούν υπέρ ή κατά της ανάπτυξης, συνθέτουν το αμήχανο, πολωτικό σκηνικό της χειμαζόμενης σύγχρονης Ελλάδας.
Η πικρή ειρωνεία του φινάλε, με τον από μηχανής θεό να γίνεται από εχθρός σωτήρας και τον κλιμακούμενο πόλεμο φθοράς να εκτονώνεται στη ματαιότητα, αναμοχλεύει τον φιλοσοφικό σχολιασμό της ταινίας.
Ελεύθερα, 9.1.2022