Πάμπος Φιλίππου: «Η φωνή μιας άλλης μέρας!», ιδιωτική έκδοση, 2021.
Ο Πάμπος Φιλίππου, με την 8η ποιητική συλλογή του, «Η φωνή μιας άλλης μέρας!», κινείται σε γνώριμα για τον ίδιο θεματικά μονοπάτια, υφολογικές παραμέτρους και στιλιστικές προσεγγίσεις. Η ποίησή του αντλεί από το κοινωνικό τοπίο των συλλογικών αγώνων, από την ανθρωπογεωγραφία των πόλεων, αλλά και από τη φύση και την πλειάδα των σαγηνευτικών εικόνων της.
Ο Π.Φ. πραγματεύεται πάντα μεγάλες ιδέες, μεγάλες έννοιες, την αγάπη, τη συμπόνοια, την αλληλεγγύη, τον αγώνα για ελευθερία, για κοινωνική δικαιοσύνη κλπ. Και μέσα σ’ όλα αυτά θέλει την ποίηση θεραπαινίδα οραμάτων. Προπαντός την θέτει στην υπηρεσία του ανθρώπου στη διαχείριση των μικρών και μεγάλων προβλημάτων που τον ταλανίζουν: «Και μένα; Ποιος θα με σκοτώσει εμένα / ρωτάει επίμονα η Μοναξιά / Ο Ποιητής, απάντησε το κορίτσι! Ο Ποιητής!». (σελ. 47)
Ο ποιητής διακρίνεται για τη βαθιά κοινωνική του ευαισθησία, για τον αλτρουϊσμό και την προσήλωσή του στην υπεράσπιση των αδύνατων. Διακρίνεται ακόμη για την ορμητική συναίσθηση δικαιοσύνης που τον διακατέχει. Ένα ποίημα αυτοπροσδιοριστικό και συνάμα μανιφεστοτικού χαρακτήρα, από τις πρώτες κιόλας σελίδες της συλλογής, είναι ενδεικτικό των όσων λέω: «Πάντα θα είμαι με αυτούς που / με επιμονή κτίζουν / Που με μεράκι ζωγραφίζουν / Που αγαπάνε τα μικρά τους και προστατεύουν το ταίρι τους / Που έρχονται και φεύγουν χωρίς ποτέ να χάνουν το δρόμο τους / Που χωρίς ελευθερία πεθαίνουν / Ανήκω στο έθνος των χελιδονιών!». (σελ. 11)
Ο Π.Φ. γράφει ποιήματα με έντονη θεατρικότητα και θεατρική δόμηση, με σκηνοθετική αρχιτεκτονική και γλαφυρή παραστατικότητα. Γράφει ποιήματα ατμοσφαιρικά, τα οποία ενίοτε παραπέμπουν και σε κινηματογραφικές σκηνές. Όλα όσα γράφει είναι ευνόητα, μονοσήμαντα κι ευθύβολα. Χωρίς πολλά και δυσνόητα κλειδιά, χωρίς πλεονασματικούς συμβολισμούς: « …στο Άουσβιτς… / …όταν κλείσει / η πύλη, όταν φύγει και ο τελευταίος επισκέπτης, / όταν το σκοτάδι αρχίσει να πέφτει μαζί και η απόλυτη ησυχία, / όταν η ομίχλη αρχίζει να κατεβαίνει και όσο κατεβαίνει / να γίνεται ακόμα πιο πυκνή και να απλώνεται παντού, / ένα βιολί ακούγεται. Ένα ιταλικό βιολί αρχίζει / κουτσά κουτσά να παίζει». (σελ. 19)
Η ποιητής έχει πλούσια και ευφάνταστη εικονοπλαστική έφεση. Αξιοποιεί συχνά τη μεταφορά, την παρομοίωση, την προσωποποίηση, την αλληγορία: «Οι μέρες μεγαλώνουν, τα μαλλιά τους μακραίνουν, / χτενίζονται στα καθρεφτάκια των αυτοκινήτων, / τρέχουν τραβώντας τις κάλτσες τους ψηλά, / κάπου κάπου σκύβουν να δέσουν τα λυτά τους κορδόνια…». (σελ. 13)
Ο λυρισμός του Π.Φ. είναι σχεδόν αδιόρατος, εσωστρεφής, υποδόριος, χαμηλόφωνος. Κι αυτό σε αντίθεση με τη ρεαλιστική του ωμότητα, που είναι κραυγαλέα, διακηρυκτική και εξωστρεφής. Εδώ ένα παράδειγμα λυρικής πνοής: «Αυτό το πανέμορφο αγριολούλουδο, η καλύτερη φίλη / της μαργαρίτας, το μικρό αυτό εξαίσιο βότανο, / ξεπετάκτηκε με δύναμη. Συγκινήθηκα / Η μέλισσα εξαφανίστηκε. Εγώ απλά χειροκρότησα». (σελ. 32)
Ο ποιητής, ενώ χρησιμοποιεί εκφράσεις της καθομιλουμένης, αγοραίες και της πιάτσας, μετέρχεται έναν λόγο που ουδέποτε καθίσταται τετριμμένος. Κι αυτό διότι είναι ένας λόγος που συνεχώς αποπνέει ανατροπή και αμφισβήτηση: «Όλα μπορούσαν να ήταν κι αλλιώς / Να ήσουν πριγκίπισσα παραμυθιού ας πούμε και εγώ / το λευκό σου άλογο… /…Ένα πράγμα μονάχα δεν θα ήθελα / Να ήσουν εσύ το κορμί και εγώ η σφαίρα!». (σελ. 24)
Ο Π.Φ. νουθετεί ευθέως, οργισμένα, θυμωμένα, πικρά. Προτρέπει, παροτρύνει, προκαλεί, παρακαλεί. Ο λόγος του έχει κάτι από τη λαϊκή θυμοσοφία, αλλά και από τη μαγκιά της βιοπάλης, ίσως και της ανέχειας: «Σ’ αυτή την ατέλειωτη μάχη τού Θέλω απέναντι στο Πρέπει, / κουραστήκαμε όλοι / Μην αφήσουμε όμως τη Ζωή να παίζει μόνη της για μας / Τίποτα μην αφήνετε στη Ζωή εν λευκώ / Δεν έχει καθόλου λεπτούς τρόπους!». (σελ. 30)
Ο ποιητής εκφράζεται συχνά σκωπτικά και συνοπτικά. Παραθέτει τις σκέψεις του αποφθεγματικά, σαν ρήσεις αρχαίων σοφών ή σαν γνωμικά της λαϊκής θυμοσοφίας: «Κάποιοι είναι πραγματική απώλεια που φεύγουν / και κάποιοι είναι απώλεια που υπάρχουν». (σελ. 40)
Μια από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου θεωρώ το ποίημα «Έτσι σε θέλω». Πιστεύω πως εδώ σμίγουν η ερωτική με την κοινωνική προσμονή, ενώ πίσω από τους στίχους αχνοφέγγει και η λεπτή σαρκαστική ειρωνεία του Π.Φ.: «Να υπάρχεις χωρίς κανένα θόρυβο / Χωρίς την παραμικρή διάθεση / για την οποιανδήποτε μικροένταση / Έτσι σε θέλω, στις μύτες των ποδιών να περπατάς / Σαν ελαφριές ρουφηξιές από τσιγάρο να υπάρχεις / Σαν ένα πούπουλο που πέφτει σιγά σιγά / από ψηλά να μοιάζει το φιλί σου που περιμένω!». (σελ. 50)
Θα ήθελα να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση με το στερνό ποίημα της συλλογής, που ασφαλώς καταχωρείται τελευταίο ουδόλως τυχαία. Εδώ ο ποιητής ανοίγει διάπλατα την αυλαία της αισιοδοξίας, την ελπίδα και την προοπτική. Την ίδια ώρα ιχνηλατείται και μια σύζευξη. Ο ποιητής υμνωδεί συνάμα την ανταπόδοση, την ηθική ανταμοιβή στον αλτρουισμό και την ανθρωπιά: «Να θυμάσαι! / Μου είπε κάποιος μια φορά εδώ κοντά / Να θυμάσαι πως αν φτιάξεις για την Άνοιξη / στο σπίτι μια γωνιά, / μια μέρα θα φωνάξει το όνομά σου και θα / στείλει χελιδόνια στην αυλή σου / Τι είναι η ανταπόδοση θαρρείς μες τη ζωή / Κάποιος να σε ψάξει / και κάποιος το όνομά σου να φωνάξει…». (σελ. 57)
Ο Π.Φ. φιλοδοξεί αενάως και αιωνίως, να είναι η φωνή του κόσμου, η φωνή του κατατρεγμένου κόσμου. Οι φορές που το πετυχαίνει δεν είναι ευκαταφρόνητες.
Ελεύθερα, 23.1.22