Μια παλιά ιστορία από την εποχή που οι δρόμοι μύριζαν γιασεμί και τα λεωφορεία λεβάντα.
Ο κύριος Χρήστος ήταν ένας τύπος με γκρίζα μαλλιά, ελαφρώς ευτραφής, συνήθως κάθιδρος στο λαιμό και στις τρίχες του στήθους του που εξείχαν απ’ τα κουμπιά του πουκαμίσου του, με βαθιές ραγάδες στο μέτωπο όπως είναι οι παλιές σχισμές των ανθρώπων όταν σωματοποιείται η πληγή («τη μία μού την έκανε Τούρκος στρατιώτης στον πόλεμο, μέσα στο γκαράζ Παυλίδη, με ένα χασαπομάχαιρο που ‘χε στην κωλότσεπη επειδή του είπα ότι είμαι από την Άσσια», είπε μια μέρα). Απ’ τις 6:30 το πρωί κάθε μέρα στο δρόμο, ξεφυσώντας τη μύτη του σ’ ένα μαντήλι άσπρο και βήχοντας σποραδικά απ’ τα Craven A που κάπνιζε, πάντοτε σκυμμένος στο τιμόνι του ο κύριος Χρήστος και στην άσφαλτο που έτρεχε – σίγουρα θα ‘χει πια πεθάνει. Ήταν ο οδηγός του σχολικού λεωφορείου που έκανε τη διαδρομή από τον Άγιο Δομέτιο της Λευκωσίας, μέσω της Γρηγόρη Αυξεντίου, προς το Γυμνάσιο Έγκωμης, για όσους δεν είχαμε άλλο μεταφορικό μέσο. Το καλύτερό του ήταν όταν η Έλενα, τελειόφοιτη, με όνειρο να γίνει κάποτε Νίνου και Μπέλλου, τού έφερνε κασέτες που της έγραφε ο αδελφός της στο σπίτι μ’ ένα σύστημα κάπως ιδιόμορφο για ηχογράφηση από πικάπ και με σύνδεση μέσω χοντρών καλωδίων, και του τις έδινε παρακαλώντας τον να κλείσει το ραδιόφωνο, να μην ακούγεται άλλο η Αλέκα Γράβαρη Πρέκα και το Α’ Πρόγραμμα του ΡΙΚ, για να βάλει τα λαϊκά τραγούδια που της άρεσαν. Τα ‘χε τακτοποιημένα: Μητσάκης, Παπαϊωάννου, Μπαγιαντέρας, Χριστοδουλόπουλος και -«ο παμμέγιστος», έλεγε- Μητροπάνος. Ο κύριος Χρήστος γούσταρε. Ήταν μια αιφνίδια ακουστική καλοσύνη καρδιάς σε μια άχαρη βδομάδα, οι μηχανές έμπαιναν στο ρελαντί κι οι απολαύσεις της πικρής του ζωής γίνονταν πολυσήμαντες. «Κορίτσι μου, πού είναι το “Χατζηκυριάκειο”;». «Στην Β’ πλευρά. Κάπου στη μέση». «Μετά το “Μια στάση εδώ”;». «Μετά». Δυνάμωνε τη μουσική και το χαιρόταν: «Αποβραδίς ξεκίνησα μ’ ένα παλιό μου φίλο για το Χατζηκυριάκειο και για τον Άγιο Νείλο». Δρόσιζε η άσφαλτος!
Εκεί που είχε άπλα, συνήθως στα σκισμένα πίσω καθίσματα, ακουμπούσαμε στα σίδερα και τρίβαμε τις τσάντες μας. Σ’ αυτά φιλήθηκε πρώτη φορά η Έλενα με τον Κώστα, ένα αγόρι μεγαλύτερό της, που πήγαινε στην Τεχνική Σχολή απέναντι απ’ το ΑΠΟΕΛ και μάθαινε ηλεκτρολογικά, αλλά το ‘σκαγε για να την ακουμπάει τα πρωινά στο σχολικό μας λεωφορείο – ούτε που τον ένοιαζαν τα μαθήματα και οι απουσίες, γιατί στα 17 του ο έρωτας υπερκερούσε τα «λογικά». «Βρε αγόρι μου, απαγορεύεται όλο αυτό που γίνεται», έλεγε ο κύριος Χρήστος. «Θα καθαρίσω εγώ, μην ανησυχείς!», του απαντούσε εκείνη και τράβαγε το φίλο της απ’ το λευκό του πουκάμισο ή απ’ τη ζώνη του παντελονιού του για να καθίσει στη μέση της τελευταίας σειράς κι εκείνη στα γόνατά του. Η κοινή πρωινή μετακίνηση του 126 μάς είχε δέσει ακόμη περισσότερο. «Πώς θα συγκεντρωθούμε στ’ αγγλικά, Έλενα;». «Θα σε αποβάλει, μαλάκα, η Κοκκίδου». «Η πρώτη φορά θα ‘ναι; Αυτή θέλει άντρα να στανιάρει και ξεσπά σε μένα που έχω τον θεό τον ίδιο!».
Τη μέρα που μάθαμε πως η Έλενα βρέθηκε με ακουμπισμένο το κεφάλι της στο τσιμέντο της υπόγειας σήραγγας που συνέδεε τα δύο Λύκεια του Κύκκου, η αθωότητά μας χάθηκε οριστικά. Χαλασμένη κι η ίδια πια απ’ την τρέλα, υστερικά εξαρτημένη απ’ την αγάπη κι απ’ τις αστραπές του νου, σερνόταν τις τελευταίες βδομάδες τρεμουλιασμένη χιπστερικά για την ύστατή της δόση – κανείς δεν υπολόγιζε τι πραγματικά γινόταν τόσο καιρό. Πίστευε πως το μυαλό θα αρπάξει την κορυφή του τριγώνου των δισκοθηκών και πως ο φίλος της θα φωτιζόταν παραζαλισμένος στην ταράτσα του κτηρίου της Λαϊκής Τράπεζας στην Έγκωμη που κοιτούσε προς το Μετόχι. Αλλά, τελικά, δεν πέταξε ποτέ.
Στην κηδεία της πήγαμε όλοι. Ένα φρικιαστικό σύννεφο έκανε πως θα ‘βρεχε χωρίς να ρίξει ούτε μία σταγόνα, τα αγόρια της Τεχνικής σήκωσαν το φέρετρο στους ώμους κι ύστερα ξεκίνησαν να πίνουν μπίρες δίπλα απ’ τους διαλυμένους απ’ το κλάμα γονείς. Ήταν λίγο σαν εικόνα από τις φτωχογειτονιές του Μπρονξ που περιέγραφε η Σώτη στο «Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης» το θέαμα στη Λακατάμεια, εκείνο το απόγευμα Δευτέρας του 1993. Νέφτι στην καλή ζωή.
Φύγαμε απ’ την κηδεία όπως φεύγαμε κάθε πρωί απ’ τα σπίτια μας: Με το λεωφορείο του κυρίου Χρήστου. Χωρίς τον αριθμό 126 στο τζαμάκι το μπροστινό αυτή τη φορά, «πήρα άδεια σήμερα για να μην ταλαιπωρηθείτε» – μας περίμενε στην είσοδο του νεκροταφείου και σκούπιζε τον ιδρώτα του με μια πετσέτα· δεν ήξερε πώς να το διαχειριστεί, δεν ήταν αυτό μια απλή μαχαιριά που με ένα μπετατίν και δυο τσιρότα επουλώνεται σε δυο βδομάδες. Μετά την πεντάλεπτη βουβαμάρα μέσα στο λεωφορείο πάτησε τελικά το play στην κασέτα που ξέμεινε απ’ την Έλενα, στο παλιό του κασεττόφωνο – αυτός ήταν ο δικός του επικήδειος. Ήταν, θυμάμαι, ένα τραγούδι του Λευτέρη Παπαδόπουλου: «Άπονη ζωή μας πέταξες στου δρόμου την άκρη μας αδίκησες. Ούτε μια στιγμή δεν ήρθες να μας διώξεις το δάκρυ μας κυνήγησες».
Δεν έκανε κανείς μας τα σεγόντα. Ήμασταν πια ενήλικες.
xatzigeorgiou@yahoo.com
Φιλελεύθερα, 17.10.2021.