Αντώνης Πιλλάς
Στις στράτες των πουλιών και των δέντρων
Ιδιωτική έκδοση, Λευκωσία 2020
Μια νέα ποιητική συλλογή διά καλαίσθητης χειρός και πολύχορδης φωνής από αρχέγονους ελληνικούς φθόγγους και χριστιανικά νάματα, δημώδεις ήχους και εύηχα ρήματα λαλέουσας πηγής δεν είναι απλώς ευπρόσδεκτη, αλλά ευαγγελίζεται χαράν μεγάλην. Με τη σφραγίδα της δωρεάς στο τάλαντο «συν τόκω» του Αντώνη Πιλλά, ο πρόσθετος πολύτιμος οβολός συγκεφαλαιώνει τις προηγούμενες είκοσι τέσσερεις καταθέσεις του επί είκοσι επτά διαδοχικά έτη δημιουργικής συνεισφοράς στο θησαυροφυλάκιο της Ποίησης.
Ελπιδοφόρο επομένως το μήνυμα, εφόσον ευστόχως και επικαίρως απαντά στην απορία του Χαίλντερλιν «Και οι ποιητές τι χρειάζονται σε έναν μικρόψυχο καιρό;». Γιατί όσο κι αν «ο εξόριστος ποιητής στον αιώνα του», κατά τον Ελύτη, υποφέρει από αντιποιητικές κραυγές είτε ύποπτες σιωπές, άλλο τόσο υψώνει τη δύναμη της ψυχής του, φωτίζοντας σκοτεινά μονοπάτια και διανοίγοντας κλειστούς δρόμους «στις στράτες των πουλιών και των δέντρων», όπως με φυσιολατρική διάθεση και συγκινησιακή έξαρση προοιωνίζεται ο Πιλλάς στην ομώνυμη συλλογή του. Αλλά και όπως επισημαίνει το εξώφυλλό της, που κοσμεί εμβληματικά το αριστοτεχνικό ψηφιδωτό του επιφανούς εικαστικού μας Γιώργου Κοτσώνη. Ένα ανάγλυφο έργο κυβιστικής έμπνευσης και ιδιοπρόσωπης τεχνοτροπίας με τα περιστέρια από πέτρινες ψηφίδες ποιητικής πολυσημίας να διασχίζουν τον ορίζοντα σε μαύρο φόντο, καθώς διαλέγονται αντιστικτικά με τους στίχους του ποιητή: «…και των περιστεριών λευκές φτερούγες φέγγουνε παντού ως και μέσα στον ύπνο σου.». Είτε υπό άλλη οπτική απεικονιστικής έκφρασης: «δυο περιστέρια ερωτεύονται/ πάνω στις στέγες που ακουμπάει/ ο ουρανός». Και σε διαθλαστική προέκταση συνομιλούν ακόμη με κάποια από τα επιγραμματικά του δίστιχα: «Όταν με πλεύση κατακόρυφη/ δρομούν στον ουρανό δυο περιστέρια». «Στον ήρεμο βοσκούσε λόφο ένα σύννεφο/ με σμάρι άσπρα περιστέρια».
Τα έμμετρα ομοιοτέλευτα ή ανομοιοκατάληκτα ποιήματα λόγιας και ενίοτε δημοτικοφανούς μορφής, αυτοτελούς είτε ενιαίας σύνθεσης, που διανθίζονται με πεζόμορφα ποιητικά κείμενα και παραθέματα προσέτι από τον «ανθηρό λειμώνα της εκκλησιαστικής ή της νεοελληνικής ποιήσεως», ήτοι Ελλήνων σημαντικών ποιητών, συμπεριλαμβανομένων ψαλμικών ύμνων του Δαβίδ και του Ρωμανού του Μελωδού, ενός Παπαδιαμαντικού διηγηματικού αποσπάσματος και του γνωστού δημοτικού τραγουδιού «Του νεκρού αδελφού», συναρθρώνονται σε τρεις ενότητες. Την ανομοιογενή φόρμα, όπως επεξηγεί στο προλογικό του σημείωμα ο Α.Π., υπαγόρευσε η έμπνευση της θεματικής των ποιημάτων, ορθώς σχολιάζοντας ότι «δεν προδικάζει το αισθητικό αποτέλεσμα». Αντιθέτως, η μορφοπλαστική αυτή πανδαισία δίδει το στίγμα της εύστροφης και πολύτροπης ικανότητας του ποιητή να αποτυπώνει τις «εν φαντασία και λόγω» συλλήψεις του σε πλείστα όσα ποιητικά είδη. Εξού και επικαλείται τον εύγλωττο αφορισμό του βραβευμένου ποιητή από την Ακαδημία Αθηνών Μιχάλη Γκανά, που αξίζει να μεταφέρουμε εδώ: «Με τρομάζει η βεβαιότητα κάποιων ανθρώπων για το τι είναι παρωχημένο και τι πρωτοποριακό. Τόση αγωνία να προσηλυτίσουν το μέλλον στις απόψεις τους! Δεν σχολιάζω. Γράφω ποιήματα με τον τρόπο μου φυσικά.».
Συνακόλουθα ο Πιλλάς γράφει σε πολυτονική γραφή, επί κυριολεξίας και μεταφοράς, τα δικά του αξιόλογα ποιήματα με τον τρόπο της εμπνευσμένης πρωτεϊκής του γραφίδας, όπως διαπιστώνουμε και τούτη τη φορά, οδηγώντας μας με την καλλιέπεια του ποιητικού γλωσσοπλαστικού του ιδιώματος «Στις στράτες των πουλιών και των δέντρων», σε «Ένθεη συνοίκηση» στη δεύτερη ενότητα και εντέλει καλώντας μας ν’ αφουγκραστούμε τα «Θροΐσματα μνήμης». Εκεί όπου, μακριά από τις ασφυκτικές τσιμεντουπόλεις αναπλάθει με σκιρτήματα κατανυκτικής ανάτασης ειδυλλιακές εικόνες και υποβλητικά βουκολικά στιγμιότυπα μιας αλλοτινής υπαίθριας φύσης τού βουνού, του κάμπου και του δάσους, των πουλιών και των δέντρων τους, προσλαμβάνοντας με αλληγορικούς συμβολισμούς το αληθινό νόημα της ζωής και της συνύπαρξης των ανθρώπων, την πρωτινή οικογενειακή θαλπωρή στην εναλλαγή των εποχών και των εορτών, από τον ενθάδε μικρόκοσμο στην επέκεινα υπερκόσμια διάσταση της θεϊκής παντοδυναμίας.
Σε όλες τις κλίμακες των μουσικών αποχρώσεων ο ποιητής συνειδητοποιεί μέσα από μια τελετουργική μέθεξη ενσυναίσθησης το θαύμα της συμπαντικής δημιουργίας: από το Παπαδιαμαντικό «στρουθίον», τον κυρ-κορυδαλλό και το ταξιδιάρικο χελιδόνι έως το ταπεινό ή το λαμπρό χορτάρι, τη λευκή ανεμώνη και τις τριανταφυλλιές, από τα λιγνοκυπάρισσα μέχρι τα γυμνά και καρποφόρα δέντρα της γης μας. Προσφυής η προσφώνηση στην προσωποποίηση της ποιητικής ετυμηγορίας: «Καλά μου δέντρα/ με την καλή ανθοφόρα σας στολή/ κι εσείς γιορτάζετε το Πάσχα.». Και ιδού η κατά συνεκδοχήν δοξαστική έκσταση της ποιητικής θέασης με Σολωμικούς απόηχους: «Εδώ είναι η πέτρα/ το ξερό χορτάρι,/ το πουλί που κελαδεί στο δέντρο/ ο ουρανός που καίει απέραντος/ κι οι αύρες που κοιμούνται μες στα φύλλα/ κ’ ένα βαθύ τραγούδι στην ψυχή/ που δεν μπορώ/ με λέξεις να το πω.».
Και όμως με λέξεις εννοιολογικών συνυφάνσεων και παρηχητικών συνδηλώσεων, φορτισμένων άρρητων αισθημάτων, κρυπτικών νοημάτων είτε υπόρρητων πληθωρικών σημάνσεων συνεχίζει ο ποιητής να φιλοτεχνεί τον καμβά του ποιητικού του σύμπαντος και στην επόμενη λυρική σύνθεση. Ως στιχηρό ιδιόμελο Όρθρου ή Εσπερινού απηχεί από αναλόγιο βυζαντινής ψαλμωδίας το ποίημα: «Ώρα καλή της πέρδικας το λάλημα/ στο φέγγος της αυγής,/ χαίρετε της ροδιάς/ και της μυρσίνης το άνθισμα/ καλήν εσπέρα η μελαγχολική/ φωνή του γκιώνη/ καλή σου νύχτα – νάνι νάνι/ το τεριρέμ του τριζονιού/ και αλληλούια του απέραντου ουρανού/ η φωτοχυσία.».
Ως επίλογος οι ακροτελεύτιοι φιλοσοφημένοι στίχοι οξύμωρων σχημάτων από το ποίημα «Ανάμνηση» στα «Θροΐσματα μνήμης»: «Ω! άφθορες του εφήμερου αναλαμπές/ θραυσμάτων κόσμου άπαρτες εικόνες,/ γλυκειά του βίου περιπέτεια, επιστροφή/ στου πάντα την αρχή που αλλοιώς/ μετράς τη μοίρα μας/ μέσα στου χρόνου το αδαπάνητο.».