Πώς μία λάθος στιγμή και η υπερτίμηση χρήσης της ελληνικής γλώσσας, στέλνει έναν κορυφαίο αθλητή στον Καιάδα.
Το πρόβλημα δεν είναι του Πετρούνια. Ή του Τσιτσιπά (χωρίς να υπάρχει, φυσικά, σύγκριση, αφού στην πρώτη περίπτωση αναφερόμαστε σε ειλικρινή μετάνοια -πήρε ο ίδιος τηλέφωνο τον Χατζηνικολάου για να επανορθώσει, την επόμενη μέρα, δημοσίως- ενώ στη δεύτερη σε ό,τι βρέξει ας κατεβάσει απ’ το άκρατο στόμα του διεθνούς Έλληνα τενίστα). Το πρόβλημα είναι δικό σου που ηδονίζεσαι στο να αποκαθηλώνεις άτεγκτα ό,τι σε ξεπέρασε φέρνοντάς το στα μέτρα σου, στον μέσο όρο δηλαδή – η δουλειά των αθλητών αρχίζει και τελειώνει σε μία μπάρα, σε δυο κρίκους, σε δέκα μπαλάκια του τένις, στο τερέν, σε ένα διάδρομο στίβου, σε ένα ακόντιο· ούτε στο να μιλάνε, ούτε στο να κάνουν σκωπτικές αναλύσεις, ούτε στο να εκφράζουν απόψεις επί παντός πολιτικού-οικονομικού-κοινωνικού ή άλλου επιστητού.
Γιατί απαιτείς περισσότερα όταν, όσο εσύ μελετούσες Όργουελ, εκείνος μάτωνε τις παλάμες του στο σίδερο ουρλιάζοντας από σωματικό πόνο; Γιατί θεοποιείς μια δουλειά (γιατί όπου υπάρχουν λεφτά και όχι δάφνινα στεφάνια και ρίξιμο τειχών πόλεων, υπάρχει «δουλειά»), εν είδει έλλειψης άλλων επί γης ηρώων που δεν βρίσκεις εύκαιρους και περιβεβλημένους με τόση χρυσόσκονη μεταλλίων, αναγάγοντάς την σε κάτι υπέρτατο, σε σοκάρει όταν διαπιστώσεις αυτό που θα έπρεπε ήδη να ξέρεις: Ο Πετρούνιας, ο κάθε Πετρούνιας, δεν είναι καθόλου -μα, καθόλου!- υποχρεωμένος να κάνει ακριβή χρήση της ελληνικής γλώσσας όπου ένα «εάν» (εις τριπλούν) μπορεί να τον στείλει στην άλλη μεριά· της απαξίωσης και του «σταύρωσον» του twitter που ηδονίζεται στις αποκαθηλώσεις του τύπου «τόσο λίγος ήσουν, τελικά, όσο το κόμπλεξ του ύψους σου» (και άλλα τέτοια «σουηδικά» κι ωραία).
Δεύτερο κορυφαίο λάθος – που παθαίνει το 99% όσων από την ανωνυμία και τη «βάσανο» της αναγνώρισης των τόσων ετών επαιτείας των «μπράβο» βρίσκονται στο επίκεντρο: Ο Πετρούνιας υπερτίμησε τον γνωσιολογικό του ρόλο και θέλησε να εκφράσει άποψη σε μία δημόσια εκδήλωση (απορώ, για ποιο λόγο στήθηκε μπροστά από ένα μπάνερ διαφημίσεων, ο κορυφαίος αθλητής της χώρας, μαζί με άλλους ανθυποcelebrities που κοιτάνε πώς να αυξήσουν τους followers τους για επιπλέον εισόδημα από τα swipe up;), χωρίς να έχει επίγνωση -όχι απλώς της σοβαρότητας του ερωτήματος που του τίθεται «στα όρθια»-, πως ό,τι πει, εφόσον αφορά γυναίκες, αφορά και την γυναίκα του και τις δύο του κόρες (που, φυσικά, τις περιέλαβαν εκείνοι που μέχρι χθες τον απογείωναν).
Δεν φταίει η ρεπόρτερ που μεταξύ τύρου και αχλαδίου μετά την παιδαριώδη ερώτηση «να σας ευχηθούμε κι ένα τρίτο παιδάκι;» (όλα ένα, στο γνωστό μπλέντερ: μπουζούκια-τραγουδιστές-αθλητές) ακολούθησε η επίκληση της θέσης του χρυσού Έλληνα Ολυμπιονίκη για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα – ελλείψει άλλων θεμάτων ενδιαφέροντος άρα και τηλεθέασης. Ο Πετρούνιας, όμως, γιατί δεν «δασκαλεύτηκε» επαρκώς πριν και γιατί «τσίμπησε», θολωμένος από το «αλάθητο» της αποθέωσης που τον έστειλε στο δωδεκάθεο και έκρινε -με στόμφο κιόλας- κάτι για το οποίο απλώς θα έπρεπε κάποιοι (οι φίλοι του; Η οικογένειά του; Οι χορηγοί του που του τράβηξαν μετά το αφτί;) να τον είχαν προειδοποιήσει πως «δεν χρειάζεται να μιλάς για όλα, αγόρι μου. Δεν είσαι για όλα. Είσαι μόνο για ένα πράγμα» τηρώντας το απόλυτο πέπλο προστασίας σε τέτοιες περιπτώσεις που ακολουθούν όσοι έζησαν και πέρασαν απ’ τα media διά σιδήρου: Τη σιωπή.
Λυπάμαι που τον φέρνω ως φωτεινό παράδειγμα -γιατί και η δική του περίπτωση με τα παρατεταμένα μικρόφωνα πριν από τον «μαύρο» εκείνο Αύγουστο του 2004 δεν ήταν προς μίμηση-, αλλά η συνέχειά του, έχοντας διασυρθεί πλειστάκις -όχι τόσο από τα δικαστήρια αλλά από την κοινή συνείδηση του συλλογικού των Ελλήνων-, έδειξε πως το αυτονόητο «σώζει»: Μην μιλάς· μην μιλάς για όλα. Ο Κώστας Κεντέρης, που τον είδαμε πριν από λίγες μέρες, έπειτα από πολλά χρόνια, σε μία φιλανθρωπική εκδήλωση στη Χίο σε εκδήλωση για την Κιβωτό του Kόσμου, αν και με τις κάμερες μπροστά του ως «ο σπάνιος» και (πράγματι) ακριβοθώρητος, επέλεξε να μιλήσει μόνο για τον σκοπό που ήταν στο χώρο που τον κάλεσαν και να απαντήσει γραπτώς (μέσω e-mail, για να ‘χει τον απόλυτο έλεγχο) σε μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού ερωτήσεις που αφορούσαν τον ίδιο, σε μεγάλης κυκλοφορία εφημερίδα.
Αλλά αυτό συνέβη επειδή έφαγε η μούρη του χώμα, επειδή είδε το έργο κι απ’ την ανάποδη, τον εαυτό του εσταυρωμένο και ήξερε πως τα πολλά μικρόφωνα δεν είναι κολακεία – δεν θα ρίσκαρε την ταραχή που ακολουθεί ένα λανθασμένο «εάν» -καλή ώρα- αν του ζητούσαν να τοποθετηθεί ξαφνικά για τις Τουρκικές παραβιάσεις στο Αιγαίο, το #metoo, τη λίστα Πέτσα κι αν ο Θεός υπάρχει, προκειμένου ο ρεπόρτερ να τσιμπήσει κάποιο «θέμα» εκθέτοντάς τον σε μία λάθος σειρά στην τοποθέτηση των λέξεων σε μία πρόταση. Ο Κεντέρης φυσικά και ήξερε.
Ο Τσιτσιπάς είναι μια άλλη περίπτωση – διαφορετική. Κυρίως, άγεται στις δηλώσεις και στις ενέργειές του από εκείνο που δεν πάσχει ο Πετρούνιας, ως φύσει λαϊκό παιδί μικροαστών της Αθήνας, γι’ αυτό και ο κόσμος έχει περισσότερες απαιτήσεις από εκείνον: Την αλαζονεία. Αυτός, όμως, ήταν και ο λόγος που μέχρι τώρα ο Πετρούνιας ήταν ανέκαθεν «ο πρώτος των πρώτων» κι «ένα παιδί σαν κι εμάς που τα κατάφερε» ενώ ο Τσιτσιπάς «και λίγο ξένος, και λίγο απόμακρος και λίγο κακομαθημένο» – είναι η διαφορά προσέγγισης, ύφους και στάτους.
Στον Πετρούνια είχα κάνει την πρώτη του εκτενή συνέντευξη, πολύ πριν από τα μετάλλια, ως «το νέο ταλέντο της ενόργανης» σε μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδα της Ελλάδας. Είχαμε, θυμάμαι, βρεθεί στην πλατεία της Νέας Σμύρνης, στη γειτονιά του, κι είχε, όπως του είχα πει, όλα τα φόντα για να γίνει «ο βασιλιάς των κρίκων» – αφοσίωση, θέληση, εργατικότητα, προσήλωση. Ωστόσο, όπως του είχα εξηγήσει τότε, πριν από δεκαπέντε χρόνια, στο τηλέφωνο αργότερα -όπως κάνω με αρκετούς αθλητές, καλλιτέχνες και λοιπούς εκτός γραμμάτων και Τεχνών- «άλλαξα μερικές από τις εκφράσεις σου, γιατί είμαι σίγουρος πως άλλο ήθελες να πεις αλλά άλλο είπες, για τη δική σου προστασία, δεν είναι άλλωστε δουλειά σου να χρησιμοποιείς τις σωστές λέξεις, στη σωστή σειρά και έννοια, κάθε φορά». Προς στιγμή το κατάλαβε. Κατανόησε πως δεν ήταν «υποτίμηση» αλλά «ασφάλεια» – «δεν είμαστε όλοι για όλα!», του είχα πει. Τώρα, βέβαια, μετά τα «εάν!» (τρις) θα το εμπέδωσε οριστικά.
xatzigeorgiou@yahoo.com
Φιλελεύθερα, 24.10.2021.