Φίλιππος Φιλίππου 11+1 Ιστορίες
Χίλιες Εικόνες
Εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές, 
Αθήνα 2020

 

Ο Φίλιππος Φιλίππου συγκομίζοντας επώδυνες εμπειρίες και τραυματικά βιώματα ενσυναίσθησης από τον χώρο της ψυχικής υγείας, όπου εργάζεται, δεν έχει ανάγκη να επινοήσει φανταστικές ιστορίες με ευρηματικές πλοκές και μυθοποιητικές ψυχογραφήσεις  πλασματικών χαρακτήρων. Μόνο ως καλός αφηγητής, ξεδιαλύνοντας και συναρμόζοντας τα νήματα της ίδιας της ζωής μέσα από τον λαβύρινθο των ψυχοφθόρων παθών και τα δαιδαλώδη προβλήματα πασχόντων συνανθρώπων δίπλα του, αναδιηγείται τις μαρτυρικές στιγμές και τις σπαρακτικές κορυφώσεις του ανθρώπινου πόνου. Συγχρόνως και κατά συνεκδοχήν αναδεικνύει στις 150 κειμενικές σελίδες των διηγημάτων και μιας εκτενέστερης διήγησής του τη σύγχρονη προβληματική των εξαρτησιογόνων ουσιών και της  μανιοκατάθλιψης, της περιθωριοποίησης, της μοναξιάς και της γεροντικής άνοιας, της εξουθενωτικής φτώχειας, της οικογενειακής βίας και της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, καθώς και το δράμα της ξενιτιάς αγαπημένων προσώπων. Μια σειρά αληθινών είτε αληθοφανών επεισοδίων στην πραγματιστική εξιστόρηση του αψευδούς μάρτυρος, που ιχνηλατεί και αναπλάθει τη δυστυχία, τη στέρηση και τον αποκλεισμό εγκαταλελειμμένων και καταφρονεμένων θυμάτων της απάνθρωπης εκμετάλλευσης, της κοινωνικής αναλγησίας έως και της εγκληματικής αδιαφορίας ορισμένων πατέρων προς τα παιδιά τους. 

Έντεκα συν μία ιστορίες λοιπόν που ζωντανεύουν χίλιες πολυφασματικές εικόνες, σύμφωνα με τον εξαγγελτικό τίτλο της διηγηματικής συλλογής στη συμβολική φιλοτέχνηση του εξωφύλλου, που θα μπορούσαν να συναρθρώνουν τα σπονδυλωτά στιγμιότυπα ενός ενιαίου μυθιστορήματος, βγαλμένου από τα σιωπηλά στεγανά της χτεσινής υποκρισίας και της παρωχημένης ηθικιστικής προκατάληψης, αλλά ιδίως μέσα από τη διαφάνεια της σημερινής ασυγκάλυπτης πραγματικότητας. 

Ο πρωταγωνιστής του πρώτου διηγήματος με τη συμπλεγματική ανασφάλεια της εξωτερικής του εμφάνισης, που ταλανίζεται από την ανεκπλήρωτη ανάγκη ν’ αγαπηθεί, καταφεύγει στην παρηγοριά του αλκοόλ. Αν καταφέρνει, ωστόσο, να απομακρυνθεί από τον εθισμό του νοσηρού αυτού υποκατάστατου, συναντώντας την πολυπόθητη αγάπη, η απογοήτευσή του θα είναι μεγαλύτερη, όταν η γυναίκα μαθαίνοντας ότι είναι στείρος τον εγκαταλείπει απαξιωτικά. Ξαναπέφτει στο αλκοόλ μέχρι τη στιγμή της αποθεραπείας του σε μονάδα αποτοξίνωσης, όπου συναντά εν τέλει την ευτυχία του έρωτα στο πρόσωπο μιας γυναίκας φορέως μολυσματικών ασθενειών. Η πλήρωση της στέρησης με την άνευ όρων και ορίων αληθινή αγάπη μπορεί να τον οδηγήσει στον θάνατο, παρά να τον σκοτώσει η ψευδαίσθηση του αλκοολισμού. Τη μάστιγα του ιδίου πάθους συναντούμε και σε άλλες πονεμένες ιστορίες. «Η Ελπίδα του Κώστα», με τη δηλωτική αμφισημία στον τίτλο του ομώνυμου εκτεταμένου διηγήματος, εξιστορεί τη βάναυση μεταχείριση μιας μάνας και του γιου της, που από τον ένα αλκοολικό βασανιστή σύζυγο και πατέρα-τέρας θα κακοπαθήσουν στα χέρια του δευτέρου συζύγου και θετού πατέρα, του Σωτήρη και υποτιθέμενου προστάτη σωτήρα τους, μέχρι να αποδειχθεί όχι μόνο τύραννος, ασκώντας στη γυναίκα του λεκτική, σωματική και σεξουαλική βία, αλλά και θα επιχειρήσει να ασελγήσει στον έφηβο γιο της. Παρότι προλαβαίνει να τον ακινητοποιήσει η μάνα πυροβολώντας τον με το κυνηγετικό του, το ανεπούλωτο ψυχικό τραύμα του Κώστα τον οδηγεί στο ποτό. Το σκοτάδι ευτυχώς διαλύει το φωτεινό μονοπάτι που του ανοίγει η δασκάλα Ελπίδα της ζωής του, που τόσο με τη στοργική συμπαράσταση και την αγάπη της όσο και με την αλληλεγγύη των ομοιοπαθών του συντρόφων στην ομάδα απεξάρτησης νιώθει να έχει ξαναγεννηθεί, επιστρέφοντας υγιής στην οικογένειά του. Όχι τυχαίο το όνομα της Αριάδνης που έδωσε στην κόρη του, για την έξοδο από τον Μινώταυρο του αλκοολισμού και την επανένταξή του στον κόσμο. Στο διήγημα, υπό τον τίτλο «Ο σημαδεμένος», ο επίσης βίαιος πατέρας, ανάβοντας το τζάκι για να ζεσταθεί, επιφέρει μέσα στην αφασία της μέθης του ανεπανόρθωτα εγκαύματα στο πρόσωπο του γιου του. Το παλληκάρι, όμως, κατορθώνει να υπερπηδήσει τον χλευασμό των συμμαθητών του και την απόρριψη των γονέων τους με τη στήριξη του γυμναστή του, ώστε να γίνει ένας πετυχημένος παγκόσμιος ποδοσφαιριστής, μεταφέροντας μετά από χρόνια στους μαθητές του σχολείου του το μήνυμα του σεβασμού στη διαφορετικότητα, όπως και της ψυχικής δύναμης που κατανικά τα σωματικά ελαττώματα. Σε παράλληλη θεματική συνηχεί το διήγημα «Η Αθηνά στην Αθήνα».  

Οι ηλικιωμένοι σε προκεχωρημένο στάδιο άνοιας όσο και αν δημιουργούν προβλήματα επικοινωνίας στον οικογενειακό τους περίγυρο χρειάζονται την υπομονή της κατανόησης και της ηθικής συμπαράστασης, όπως συνάγεται από το αντίστοιχο τελευταίο διήγημα. Ενώ το αριστοτεχνικό διήγημα στη σύλληψή του «Η μεταμόρφωση του τρελού» δεν αναφέρεται απλώς στις ψυχοδιανοητικές διαταραχές της διχασμένης προσωπικότητας. Σε αλληγορικό επίπεδο ερμηνευτικής προέκτασης η μεταφορά του σκηνικού από τους δρόμους περιδιάβασης κάποιου τρελού στην εκκλησία, όπου ένας άλλος τρελός, που ενσαρκώνει ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ταυτίζεται «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» με την αποκεφαλισμένη μορφή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, παραπέμποντας στους καθαγιασμένους «διά Χριστόν σαλούς», εξού και τα συνεχόμενα  αποσιωπητικά της υπαινικτικής συνδήλωσης: «Κάποτε μεγάλωσα… Είχα διαγνωστεί με σχιζοφρένεια…».

Το πλήγμα των διαζευγμένων γονέων διαιωνίζει την αιμάσσουσα πληγή στον ευαίσθητο ψυχισμό ενός κοριτσιού με την «Εγκατάλειψη» του άσπλαχνου αλαζονικού πατέρα στο ομότιτλο διήγημα. Εμπνευσμένη από την τουρκική εισβολή «Η λερωμένη σημαία», καταγγέλλει την αλλοτρίωση της λήθης απέναντι στους νεκρούς και τους αγνοούμενους υπερασπιστές της πατρίδας σε αντίθεση με την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον «αγώνα της εργατιάς» των αντίστοιχων διηγημάτων. Τον ακαταπόνητο αγώνα των νοσηλευτών εν μέσω πανδημίας και την ευρύτερη προσφορά τους στον συνάνθρωπο καταγράφουν δύο άλλα διηγήματα. 

Τέλος, στη αυτοαναφορική νουβέλα «Η γιαγιά» οι μνήμες της παιδικής ηλικίας ανακινούν τις κατοπινότερες σκέψεις σε επαναλαμβανόμενους βίους συγκινησιακών αισθημάτων.