«Τέρας» του Ντάνκαν ΜακΜίλαν σε σκηνοθεσία Μαρίας Ιόλης Καρολίδου.
Δεν ήταν λίγοι οι θεατρόφιλοι αλλά και παροικούντες την Ιερουσαλήμ που όταν η Νέα Σκηνή του ΘΟΚ μετεγκαταστάθηκε στο νέο κτήριο του κρατικού θεάτρου ανησύχησαν ότι το ιστορικό θεατράκι στις εγκαταστάσεις των τεχνικών εργαστηρίων θα περιέπιπτε σε μαρασμό και ερήμωση. Μια ανησυχία βάσιμη μετά τη δυσαναπλήρωτη απώλεια της Πειραματικής Σκηνής (κάποιοι τη νοσταλγούμε ακόμα), αλλά και τα μάλλον μουδιασμένα και σπασμωδικά πρώτα δείγματα γραφής προς την αξιοποίηση του χώρου. Ευτυχώς, ήρθε το 2017 ο θεσμός των Δράσεων στις Αποθήκες όχι απλώς για να προσφέρει το φιλί της ζωής, αλλά ουσιαστικά για να δώσει ώθηση και ν’ ανοίξει μια νέα υποσχόμενη σελίδα στην ιστορία της φιλόξενης αίθουσας.
Ενδεικτική αυτής της νέας δυναμικής είναι η τρέχουσα εκδοχή των Δράσεων με θέμα «Νέος σε έρημο νησί», που ελέω και της πανδημίας δεν ολοκλήρωσε τον κύκλο της και συνεχίζεται αισίως για τρίτη, ουσιαστικά, σεζόν. Οι επιμελητές των Δράσεων, Ελένη Μολέσκη, Ειρήνη Ανδρέου και Γιάννης Καραούλης, έχουν εστιάσει σε θεματικές που αφορούν και εμπλέκουν ένα ευαίσθητο και μάλλον «αγνοημένο» από το θέατρο ηλικιακό κοινό: τους εφήβους. Πέρα από εργαστήρια, σεμινάρια, εκθέσεις κ.λπ. ναυαρχίδα του προγράμματος παραμένουν οι θεατρικές παραστάσεις και οι Αποθήκες έχουν στο πλαίσιο αυτό προτείνει στο κοινό ορισμένα καλοκατεργασμένα «διαμάντια». Η νέα παραγωγή με το «Τέρας» του Ντάνκαν ΜακΜίλαν δικαιώνει απόλυτα τον προσανατολισμό, τη φιλοσοφία και την αισθητική των εμπνευστών.
Από τους πιο συνεπείς και αξιόλογους Βρετανούς δραματογράφους της νέας γενιάς, ο ΜακΜίλαν «συστήθηκε» με το έργο αυτό, που πρωτοπαρουσιάστηκε το 2007 στο Royal Exchange Theatre του Μάντσεστερ. Ο ίδιος ήταν τότε μόλις 27 ετών. Στην Κύπρο έχουμε ήδη γνωρίσει μετέπειτα δουλειές του που έκαναν θραύση και καταξίωσαν τον συγγραφέα. Τα τελευταία χρόνια είδαμε τους «Πνεύμονες» σε σκηνοθεσία της Μαρίας Ιόλης Καρολίδου και το «Όλα τα υπέροχα πράγματα» που συνέγραψε με τον Βρετανό κωμικό Τζόνι Ντόναχο. Παράλληλα, ο ΘΟΚ ετοιμάζεται τον Γενάρη ν’ ανεβάσει μια ιδιαίτερα επιτυχημένη θεατρική διασκευή του «1984» του Όργουελ που ο ΜακΜίλαν συνέγραψε με την άλλη μεγάλη ελπίδα του βρετανικού θεάτρου, τον Ρόμπερτ Άικ.
Είναι εντυπωσιακό ότι ο συγγραφέας βούτηξε στα βαθιά με το πρώτο του κιόλας έργο επιδεικνύοντας αξιοσημείωτη ωριμότητα και επιδεξιότητα στη διαχείριση ενός καθόλα εύφλεκτου θέματος, αν και δεν λείπουν ορισμένες –αναμενόμενες, συγχωρητέες και αμελητέες- δραματουργικές ατέλειες. Το «Τέρας» εισδύει στην πέτσα ενός 14χρονου η πορεία του οποίου προς την εγκληματικότητα και τη θεσμική φυλάκιση μοιάζει προδιαγεγραμμένη. Ο Ντάριλ φαντάζει καμμένο χαρτί. Μάλιστα, ο συγγραφέας ουδεμία πρόθεση έχει να ικανοποιήσει την εύλογη προσδοκία του θεατή ν’ αφήσει ανοιχτό ένα μικρό έστω παραθυράκι ελπίδας για την περίπτωσή του. Ο χειμώνας πάντα επιβάλλεται στο τέλος. Ο ΜακΜίλαν χρησιμοποιεί ως όχημα τη φιλοσοφική προαιώνια αντιπαράθεση «φύση εναντίον ανατροφής», που απασχολεί την επιστήμη της ψυχολογίας, για να τονίσει τη σημασία της ευθύνης και της υπαιτιότητας και να ρίξει φως στο μεταιχμιακό στάδιο όπου ο έφηβος δεν θεωρείται πια προστατευόμενο βλαστάρι, αλλά κοινωνικό πρόβλημα.
Ο ΜακΜίλαν δεν αποφεύγει ν’ απευθύνει δριμύ κατηγορώ εναντίον της σύγχρονης κοινωνίας. Γιατί εν τέλει το «τέρας» δεν μπορεί να είναι άλλο από το ίδιο το σύστημα που γεννάει τέρατα. Θα μπορούσε να παραπέμπει στον «Λεβιάθαν» του Άγγλου φιλόσοφου Τόμας Χομπς, που αναδείκνυε πριν από 370 χρόνια το τέρας αυτό ως αναγκαίο κακό για την τιθάσευση της εγωιστικής και ηδονιστικής φύσης του ανθρώπου. «Τέρας» και απειλή μπορεί να θεωρηθεί και οποιοδήποτε άτομο με μηδενική ενσυναίσθηση, ανεξάρτητα αν γεννήθηκε έτσι ή αν διαμορφώθηκε. Εν δυνάμει «εξάμβλωμα» είναι και το παιδί που κυοφορεί η γυναίκα του Τομ, του άπειρου, ιδεαλιστή εκπαιδευτικού ο οποίος απορροφάται από την εμμονή του να σώσει το διαταραγμένο αγόρι από μια οριστική αποβολή. Μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι αποτελεί κι ο ίδιος πλοκάμι του Λεβιάθαν.
Η ιστορία εκτυλίσσεται περίπου στο διάστημα μιας κύησης, με την εμμονή του Ντάριλ με τον Τσαρλς Μάνσον και το κουζινομάχαιρο της γιαγιάς Ρίτας να προκαλούν ανατριχιαστικούς συνειρμούς όταν η εγκυμοσύνη της Τζόντι ωριμάζει κι ο νεαρός εισβάλλει στο σπίτι της, στην πιο συναρπαστική δραματικά αλλά επίσης και πιο άνιση σκηνή του έργου. Ακόμη πιο ανατριχιαστική είναι η επερχόμενη συνειδητοποίηση ότι τελικά κανείς πλην του ιδίου δεν μπορεί να βοηθήσει τον προβληματικό έφηβο.
Η αγγλοθρεμμένη θεατρικά σκηνοθέτρια διατηρεί στιβαρό το βρετανικό πλαίσιο μαζί με την ανάλογη αισθητική, συνεπικουρούμενη από το δωρικό και λειτουργικό σκηνικό και τα τεκμηριωμένα κοστούμια της Ελένης Ιωάννου. Η πρόταση μάς μεταφέρει σε μια αυστηρή χώρα που φοβάται τους νέους της, στην οποία η διαβόητη ASBO, η διαταγή κατά της αντικοινωνικής συμπεριφοράς που θεσπίστηκε επί Τόνι Μπλερ, δίνει και παίρνει. Πρόκειται για κάτι ανάλογο με τον φαιδρό Νόμο 4000, τον περί… τεντιμποϊσμού, που θεσπίστηκε στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’50. Αμφότεροι επιδιώκουν να προστατεύσουν «φιλήσυχους» πολίτες από ταραξίες και ενοχλητικούς μέσω της ποινικοποίησης μη ποινικών συμπεριφορών. Οι ASBO βρισκόταν στα ντουζένια τους τον καιρό που γραφόταν το έργο.
Οι τέσσερις χαρακτήρες, με εξαίρεση την τελική σκηνή, συναντιούνται ανά δύο στο σανίδι, γεγονός που εντείνει το κλίμα του αιχμηρού debate που επιδιώκει να πετύχει ο συγγραφέας. Οι αντισφαιριστικοί διάλογοι πετούν σπίθες, καλοζυγισμένα ερμηνευμένοι από τους τέσσερις ηθοποιούς Βαγγέλη Δαούση, Γιάννη Καραούλη, Ειρήνη Ανδρέου και Μήδεια Χάννα με τη συμβολή και της Ελένης Μολέσκη στη δραματουργία. Το ομαδικό πνεύμα και η βαρύτητα που δίνεται στη λεπτομέρεια είναι αδιαπραγμάτευτες προϋποθέσεις για το γκρουπ των δράσεων, συνεπώς η συνεισφορά της Χριστίνας Γεωργίου στον σχεδιασμό του ηχοτοπίου, του Παναγιώτη Τοφή στην κίνηση και του Γιώργου Κουκουμά στον σχεδιασμό των φωτισμών είναι κάτι παραπάνω από καθοριστική.
Φιλελεύθερα, 31.10.2021