Η μεγάλη συζήτηση περί σωματικού ρατσισμού που ξεκίνησε πρόσφατα, και που θα έπρεπε να είχε γίνει εδώ και δεκαετίες.
Είναι μεγάλη τύχη να ζεις σε μια εποχή που -ακόμη κι αν δεν είναι όσο θέλει να «λέει» δημόσια για μερικά ακόμη likes ανεκτική επί της ουσίας και στην πράξη- θέτει τα θέματα επί τον τύπον για ρατσισμούς, συμπεριφορές και ανοσιουργήματα που διέλυαν άλλοτε χαρακτήρες και αλλοίωναν ψυχισμούς με χρόνια ψυχικά τραύματα που μόνο με μερικές «συνεδρίες» θα μπορούσαν να επουλωθούν – αν και όχι πάντα.
Και, ως πρώτος τον λίθον βαλέτω, έχω υπάρξει κι εγώ -όπως συμβαίνει σε όλα τα θύματα που μεταλλάσσονται στους καλύτερους θύτες μετά- μέρος αυτής της τακτικής: Λέγοντας «πόσο κούκλα έχεις γίνει πια!» σε μια γυναίκα που έχασε τα «περιττά» πέντε έξι της κιλά επιβραβεύοντας την που είναι «έτοιμη για παραλία» -«θεά έχεις γίνει, πετσί και κόκαλο, μπράβο Άννα μου!»- ή εργαζόμενος σε εκπομπές και σε έντυπα που υποδύονταν αγενώς την fashion police και σύγκριναν σωματότυπους (πολλές φορές) με αφορμή την ένδυση και την επιλογή της στο αγενές στυλ του «ποια το φόρεσε καλύτερα σε αυτό το υπέροχο σώμα», προσπαθώντας να «μαντέψουμε» τα κιλά της βιντεοσκοπούμενης σε κοσμικό γκαλά – άλλες εποχές, άλλα μυαλά, άλλες νοοτροπίες, μεγάλα εγκλήματα και τερατώδεις συμπεριφορές.
Άλλωστε, και σε ό,τι εγώ πρέσβευα, το θεωρούσα για πολλά χρόνια «αφύσικο» ένας άνθρωπος να υπερβαίνει τον μέσο όρο στην εμφάνιση (ειδικά όταν έχανα κι εγώ τα δικά μου «περιττά» κιλά), να ψάχνει ρούχα στα μαγαζιά και να ακούει το «δεν έχουμε στο size σας», να επιδιώκει τελικά -και να θέλει- να παραμένει ευτραφής (sic) γιατί έτσι θα ήταν και αόρατος και στρυμωγμένος στην ανυπαρξία λόγω μιας κατάθλιψης που είχε εμπεδώσει πως συμβαίνει παιδιόθεν – αν θες να είσαι «κάτι», σκεφτόμουνα για αρκετά χρόνια, να είσαι μέρος του συνόλου και όχι δακτυλοδεικτούμενος, πρέπει να χάσεις κιλά.
Και, πράγματι, κάνοντας ό,τι δίαιτα υπήρχε στον πλανήτη (διαλειμματική, «αμαρτιών», 8/16, Dukan, Atkins, «χωρίς γλουτένη», DASH, HCG, super shred και -κυρίως- αυτοδημιούργητη, από το κεφάλι μου, αφού, έπειτα από δεκάδες δίαιτες, ήξερα ακριβώς τι με πάχαινε και τι όχι) μπαινόβγαινα στα τζιν και στα πουκάμισά μου με την ίδια ευκολία όπως φουσκώνεις και ξεφουσκώνεις ένα μπαλόνι σε εορταστικές εκδηλώσεις. Θεωρούσα πια «φυσικό» να διαχωρίζω στα δύο την ντουλάπα μου: Δεξιά είναι τα ρούχα για την εποχή που είσαι παχύς και αριστερά τα ρούχα για την εποχή που χάνεις τα κιλά. Ήμουν οργανωμένος. Για πολλά χρόνια.
Όταν ήμουν μικρός, το αισθανόμουν ακόμη και στη θάλασσα τα Καλοκαίρια – με αστείες αφορμές που, ωστόσο, έκαναν σμπαράλια την άφτιαχτή μου ψυχολογία: Υπήρξα ένα παιδάκι δέκα χρόνων που αρνείτο πια να πηγαίνει με τους γονείς του στην παραλία του Μακένζυ με τα αβαθή νερά γιατί ένα άλλο παιδάκι είχε πει κάποια στιγμή στην μαμά του «θα πάω να παίξω ρακέτες με αυτόν τον παχύ» – ο «παχύς» ήμουνα εγώ. Ή κοιτώντας εκείνα τα βλέμματα· τα βλέμματα των μανάδων προς τα παιδιά τους που «έλεγαν» «μην γίνεις σαν αυτό το άλλο το παιδάκι το χοντρό, πρόσεχε!».
Στους γονείς μου δεν είπα ποτέ τον λόγο που για τα επόμενα πέντε χρόνια με απέκλεισα από τις παραλίες – ντρεπόμουνα φρικτά για το σώμα μου, την κοιλιά μου, την πλαδαρότητά μου, κι επέλεγα να με αποκλείω από τη χαρά ως ένα τιμωρητικό μέσον επαναφοράς που δεν ήμουν σαν τους άλλους· τους «φυσιολογικούς». Ύστερα ήταν και τα άλλα: Η απομόνωση στο μάθημα της γυμναστικής αφού «ένας χοντρός δεν μπορεί να κυνηγάει την μπάλα ούτε να κάτσει στο τέρμα», το παιδάκι που το περίμεναν τα άλλα παιδάκια στην Γρίβα Διγενή, έξω από το σχολείο του, για να το πουν «βουβάλι» και «πώς είσαι έτσι, ρε χοντρέλλω!» ή, αργότερα, ο έφηβος που απέκλειε τον εαυτό του από πάρτυ, καφετέριες, λούνα παρκ, συναναστροφή με το σύνολο, κάνοντας βόλτες μόνο με τους όμοιούς του – τη «φρικτή» μειοψηφία των ευτραφών.
Έτσι, άλλωστε, το είχαμε μάθει το έργο (από ταινίες, άρθρα και καθημερινές κακοποιητικές συναλλαγές σε μειονότητες): Ο παχύς τρώει πάντα τις καρπαζιές. Αυτό, όμως, με έκανε να συνεχίζω να βρίσκω πάντα παρηγοριά σ’ αυτό που θεωρούσα πως με «βασάνιζε» κιόλας – ως την μεγαλύτερή μου αποτυχία, ως ένα είδος ανώμαλης ομοιοπαθητικής: Να τρώω περισσότερο τους κεφτέδες και τις πατάτες τις τηγανιτές της γιαγιάς μου με κέτσαπ από πάνω, τις πίτσες και τα μπέργκερς στο Big Boy της Μακαρίου, τα club sandwich και τα hot dogs, έξω από το Ζήνα Πάλλας τις Κυριακές – είχα αποδεχτεί πλήρως την μη «φυσιολογικότητά» μου στο να αποτελώ την εξαίρεση όσων fit σωμάτων έβλεπα γύρω μου, αφού έτσι κι αλλιώς οι ματιές με σκάναραν πολύ συχνά μέσα στον φαύλο κύκλο της αυτολύπησής μου – μου το ‘λεγαν κιόλας ανερυθρίαστα: «Γιατί δεν χάνεις μερικά κιλά, βρε αγόρι μου, να αναδειχθεί το ωραίο σου προσωπάκι;».
Αισθάνομαι μεγάλη ανακούφιση για τις αντιδράσεις που προκάλεσε η trash persona ενός χορογράφου που διαπόμπευσε τις προάλλες στο Instagram κάποιο κορίτσι που φορούσε ένα ριγέ μπλουζάκι -γιατί «οι χοντρές δεν πρέπει να φοράνε τέτοια ρούχα»-, την κατακραυγή, το θυμό, τον αποκλεισμό -από εταιρείες και ακόλουθους- αυτού του εξοργιστικά αγενούς και αμόρφωτου ανθρώπου. Γιατί, μάλλον, φαίνεται πως υπάρχει η τάση εδώ και πολύ λίγα χρόνια για να μπαίνουν τα πράγματα που απασχολούν τόσο το κοινωνικό σύνολο όσο κυρίως τις μειονότητες προστατεύοντάς τις -για πρώτη φορά- σε μία τάξη (ας σταματήσουμε να λέμε τη λέξη «ανεκτικότητα» που χρησιμοποιούσαμε παλιά, που είναι εξ ορισμού ρατσιστική).
Και αισθάνομαι διπλή ευτυχία όταν με αφορμή αυτό τον ανύπαρκτο τύπο ξεκίνησε μια εποικοδομητική συζήτηση (που δεν είχε διανοηθεί να αρχίσει κάποιος μέχρι πριν από πέντε ή έξι χρόνια) ώστε να μπορέσει κάπως να προστατευθεί -ή τουλάχιστον να τεθεί ως «θέμα» και ένδειξη άκρατου ρατσισμού- ένας άλλος έφηβος που τώρα φοιτά στα Λύκεια του Κύκκου, που είναι 1.70 και 110 κιλά, που κάθεται μόνος του στα διαλείμματα έξω από την καντίνα τρώγοντας την τυρόπιτά του -γιατί μόνο αυτήν έχει για πιστή του φίλη- με μερικά ανδρείκελα να του φωνάζουν στο δρόμο φορτωμένος την σχολική του τσάντα και προχωρώντας βιαστικά για το σπίτι του, μην τυχόν και συναντηθεί με κανέναν: «Πού πας, ρε χοντρέ, πώς μπορείς και περπατάς μ’ αυτές τις γάμπες;». Όπως συνέβαινε και μ’ εμένα κάποτε.
Ελεύθερα, 7.11.2021.