«Χορός με τη σκιά μου» σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι και χορογραφία Κωνσταντίνου Ρήγου.

Ο θρυλικός Άγγλος θιασώτης του μπαλέτου Ρίτσαρντ Μπακλ είχε κάποτε πει ότι το μπαλέτο ζει μόνιμα πάνω σ’ ένα τεντωμένο σκοινί μεταξύ του μεγαλοπρεπούς και του γελοίου. Ε, λοιπόν, αυτός ο αφορισμός μού φαινόταν πάντα κομματάκι πομπώδης, πέραν του δέοντος δογματικός. Παρακολουθώντας, όμως, την Κυριακή τη μεγαλεπήβολη παραγωγή του Μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής «Χορός με τη σκιά μου», σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι και χορογραφία Κωνσταντίνου Ρήγου, κλωθογύρισε πολλές φορές στον νου μου. Θα τολμούσα να πω κιόλας ότι ήταν η πρώτη φορά που άστραψε διαυγώς μπροστά στα μάτια μου –και σεμνύνομαι να ισχυριστώ ότι έχω υπάρξει θεατής σε ικανό αριθμό παραστάσεων.

Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι επ’ ουδενί δεν κατατάσσω την εμπειρία της συγκεκριμένης θέασης στις απογοητευτικές. Απλώς συχνά η εντύπωση που αποκομίζεις από μια παράσταση εξαρτάται σε κάποιον βαθμό από έναν αλγόριθμο που καθορίζεται από τις προϋποθέσεις, τις προσδοκίες και τις περγαμηνές της σε συνάρτηση με το σκηνικό αποτέλεσμα κι ό,τι αυτό μεταδίδει στο κοινό.

Είναι αλήθεια ότι δεν βλέπουμε συχνά στην Κύπρο παραγωγές τέτοιου βεληνεκούς και οπωσδήποτε η επιλογή από μόνη της πιστώνεται στους διοργανωτές του Διεθνούς Φεστιβάλ Λευκωσίας. Μιλάμε για την ΕΛΣ. Μιλάμε για Χατζιδάκι. Μιλάμε για 30 και πλέον χορευτές. Μιλάμε για τους Deux Hommes, ένα ονομαστό και ιδιοσυγκρασιακό δίδυμο σχεδιαστών ενδυμάτων. Και μιλάμε για τον Κωνσταντίνο Ρήγο, τον διευθυντή του Μπαλέτου της ΕΛΣ, έναν πολυσχιδή και μπαρουτοκαπνισμένο χορογράφο διεθνούς εμβέλειας. Δεν μιλάμε όμως για ζωντανή μουσική, αλλά για ηχογραφημένη. Ενδεχομένως αυτό να έπαιξε ένα ρολάκι.

Όπως λίγο- πολύ συνέβη και στην Αθήνα, ο «Χορός με τη σκιά μου» δίχασε το κοινό με τους θεατές είτε να επευφημούν ενθουσιωδώς είτε να χειροκροτούν μουδιασμένα. Για να πω την αλήθεια, διχασμένος ήμουν κι εγώ. Υπήρχαν στιγμές που ήθελα να χειροκροτήσω κι άλλες που απλώς ανεχόμουν το δρώμενο- ας όψεται η μουσική του Χατζιδάκι. Ένας χείμαρρος αμφιθυμίας ξεχυνόταν μέσα μου κατά τη διάρκεια της δίωρης εμπειρίας κι επανήλθε και την ώρα που πληκτρολογούσα αυτές τις γραμμές. Ήρθα σε ασυμφωνία με τον ίδιο μου τον εαυτό, ένωσα να με κατακλύζουν αλληλοσυγκρουόμενα αισθήματα.

Αν μπορούσα να τα αποτυπώσω στο χαρτί θα έμοιαζαν περίπου με καρδιογράφημα. Μια παράσταση με εξάρσεις αλλά και κοιλιές που κατά τη διαστήματα ένιωθες ότι σαμποτάρει τον ίδιο της τον εαυτό, υπονομεύει τη δυναμική της και χαραμίζει τα προτερήματά της. Άλλοτε πλάτιαζε κι έδειχνε να εξουθενώνει άσκοπα τους χορευτές και να υποπίπτει σε γεμίσματα με επαναλήψεις τετριμμένων και διεκπεραιωτικών κινήσεων. Άλλες στιγμές πάλι, κυριαρχούσε η αίσθηση της πληθωρικότητας και της γενναιοδωρίας.

Ο Κωνσταντίνος Ρήγος ανέφερε στον Active το σχόλιο θεατή στην Αθήνα ότι η δουλειά αυτή θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από το Υπουργείο Τουρισμού της Ελλάδας. Αυτό ίσως έχει βάση, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι τον κολακεύει. Δεν νομίζω ότι ήταν καν το ζητούμενο γι’ αυτόν μια διαφημιστικού τύπου πλουμιστή εξτραβαγκάντσα, με όχημα μόνο την πτυχή της συναισθηματικής πατριδογνωσίας που εκπέμπει η μουσική του Χατζιδάκι.

Το τελευταίο μέρος της πρότασης, η Δύση, ήταν το πιο ενδιαφέρον και βατό, χάρη στην κινηματογραφική και ατμοσφαιρική του προσέγγιση και χάρη σε μια πιο σφιχτοδεμένη απόδοση των χορογραφικών φράσεων. Έχει βέβαια το συντριπτικό πλεονέκτημα της μουσικής από το αινιγματικό «Χαμόγελο της Τζοκόντας», που μαλακώνει και πέτρες. Ο δημιουργός έμοιαζε να είναι περισσότερο στο στοιχείο του, μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά αφού εμφανίζεται κι ο ίδιος στο φινάλε να χορεύει με τη σκιά του, σαν ιμπρεσάριος, ή σαν σκοτεινός κομπέρ, εκφράζοντας ευγνωμοσύνη στους επί σκηνής συμπορευτές του.

Ελεύθερα, 7.11.2021