«…Μην ψάχνεις πια αλλού / αφού το ξέρεις ήδη / μην ψάχνεις πια αλλού / εδώ είναι το ταξίδι…» (Φατμέ).
Τα καλύτερα ταξίδια τα κάνεις όταν αποφασίζεις να πας κάπου μόνος σου – για δουλειά, για ψυχαγωγία, για διασκέδαση, για να αποκτήσεις εμπειρίες πρωτόγνωρες (αθλητικές, πολιτισμικές ή προσωπικές)· όταν δεν επηρεάζεσαι από τη «ματιά» του «άλλου» (όσο δικός σου άνθρωπος κι αν είναι), και δίνεις μια διάσταση στο χώρο και στο τοπίο με βάση τις ιδιωτικές σου αναφορές χωρίς ξένα επιφωνήματα και γνώμες παρεμβατικές. Κυρίως συμβαίνει αυτό που ο Αντρέ Μπρετόν επιδίωκε με τα βιβλία του, ταξιδεύοντας στην Αριζόνα και στο Νέο Μεξικό: Αναπροσδιορίζεσαι. Ο άλλος (ο όποιος άλλος) κουβαλάει ένα κομμάτι της προέλευσής σου -σε ξέρει, σε επαναφέρει, γνωρίζει το «κέντρο βάρους» σου-, μονάχος σου, όμως, περπατώντας ακόμη και στην τουριστική Θήρα δεν κοιτάς μόνο από ψηλά το κοιμισμένο ηφαίστειο και τα πλοία στο νερό ενδιάμεσα των Ιαπώνων τουριστών που αλαλάζουν· είναι κάτι ζουμπούλια στις γλάστρες μέσα στα σοκάκια που μόνο σκυφτός θα αντικρίσεις περπατώντας και σιωπηλός – μικρά «θαύματα» ανθών στο κατακαλόκαιρο, στη Σαντορίνη, που δεν φωτογραφίζει κανείς.
Όσο ταξιδεύουμε λέμε, συνήθως, πόσα είδαμε στη βάση του ρεαλισμού – χειροπιαστά: Οικοδομήματα, δέντρα, τη θάλασσα με τα μαγιό, το βουνό με τα φαράγγια και το βάθος τους, μερικούς ανθρώπους και τους δρόμους που γίνονται «φίδια» στις στροφές πλάι στα πρόβατα που τραβάμε βίντεο με το κινητό ως ατραξιόν. Στην πραγματικότητα, οι φωτογραφίες που γεμίζουν τα social media όλο τον Αύγουστο τίποτα δεν αποτυπώνουν από αυτά που πραγματικά σημαίνουν τα ταξίδια: Τις αισθήσεις, τις μυρωδιές, τα αγγίγματα της βραδινής αφής σε άγνωστα σώματα, τους μπουμπουνιστούς και τ’ αρμυρίκια, τις μπουρμπουλήθρες στο νερό και τον ήχο του γέλιου από την άλλη μεριά του κόλπου αν δεν ακούγονται παιδάκια, μερικούς ψιθύρους στ’ αφτί και δυο γάμπες μπλεγμένες κάτω απ’ το τραπέζι προετοιμάζοντας ηδονές (που λέει κι η Χαρούλα στο τραγούδι της). Τα stories θα πούνε ψέματα αυτό το μήνα – η πραγματική ζωή δεν μπορεί να κάνει τεχνολογικό swipe up.
Κανένα βιβλίο δεν μπορώ να διαβάσω στις διακοπές – δεν ντρέπομαι να το πω. Αν και πάντοτε κάποιο κουβαλάω μαζί μου προνοητικά για αποκούμπι στις δύσκολες ώρες των καθυστερήσεων στα αεροδρόμια που η εικόνα παραμένει ίδια μπροστά στον τοίχο που κοιτάς για ώρες. Αντίθετα, στο πλοίο, φορώντας τα μαύρα σου γυαλιά στη θάλασσα, ή καθισμένος σ’ ένα παγκάκι σε μια πλαγιά, το βιβλίο γίνεται αυτό που έγραψα στην αρχή: Ο άλλος. Που παρεμβαίνει. Που ζητάει την προσοχή σου ακυρώνοντας την γύρω παράσταση σαν το δωμάτιο του σπιτιού σου να μεταφέρεται σε εξωτερικό χώρο – κυρίως, παύεις να κοιτάς καινούργια σώματα, να ακούς και να ευφραίνεσαι. Κάποτε, θυμάμαι, είχα πει στην Άννα Μαραγκού πως το απίθανο βιβλίο της Νίκης «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» το διάβασα μέσα σε μια ώρα στο Αγκίστρι – η αλήθεια είναι πως δεν ήταν πρόθεσή μου να μην παρατηρώ τη Χαλικιάδα στην οποία σύρθηκα ματώνοντας τα πέλματά μου απ’ τις πέτρες (πόσα ψέματα γράφουν οι τουριστικοί οδηγοί αφού όλα τα νησιά παρουσιάζονται ως «ονειρικά» – μπούρδες), ήταν γιατί όλα γύρω ήταν φρικτά κι η Νίκη άναψε ένα λαμπάκι με τις λέξεις της λειαίνοντας την υπομονή μου μέχρι να τελειώσει εκείνο το βασανιστικό τετραήμερο. Από το μοναδικό περίπτερο του μικρού νησιού είχα αγοράσει καμιά δεκαριά βίμπερ που ήταν στοιβαγμένα σε πάγκους με τις κυριακάτικες εφημερίδες και τα ξεκοκάλισα σα να ‘μουνα κλεισμένος στο δωμάτιό μου στη Λευκωσία – είχα πια εντρυφήσει στις copy paste περιγραφές στο πώς τα μπράτσα ενός άνδρα αγκαλιάζουν τους λεπτούς ώμους μιας γυναίκας δίνοντας της -πάντα- ένα παθιασμένο φιλί στο στόμα και λέγοντάς της «σ’ αγαπώ» (εις τριπλούν, σαν Φωσκολικοί διάλογοι).
Δεν θα καταλάβω ποτέ πώς κάποιοι ξεκουράζονται -περνώντας απίθανα μάλιστα στις διακοπές τους- κάνοντας κάμπινγκ ή ζώντας σε τροχόσπιτο. Σαν ούφο άκουγα τις προάλλες τον Πολυδερόπουλο να μου λέει για το πόσο καταπληκτικά είναι στη Γαύδο (που θα ξαναπάει) κάτω από μια τέντα ξυπνώντας ό,τι ώρα να ‘ναι και βουτώντας γυμνός στα νερά έπειτα από ένα τσιγάρο και μια φέτα καρπούζι στο χέρι. Πράγματι, σαν καρτ ποστάλ είναι η εικόνα στην προφορική της περιγραφή αλλά μερικοί άνθρωποι προτιμούν τη μη εναλλακτικότητα, την μη περιπέτεια για είκοσι μέρες στις βασικές ανάγκες, την ακινησία, κι ας μην είναι μεγαλοαστοί. Εύχομαι αυτό να πάψει κάποτε να θεωρείται «παραξενιά».
Έχω ένα όνειρο: Να ταξιδέψω κάποτε -σύντομα, ελπίζω, πριν από την απομάγευση- με τον υπερσιβηρικό. Έχω διαβάσει τα πάντα που αφορούν αυτό το ταξίδι, είδα δυο τρία ντοκιμαντέρ, στο σπίτι μου έχω τρία βιβλία με χάρτες και λεπτομερείς επεξηγήσεις, τους κινδύνους στις κουκέτες, τις απολαύσεις των τοπίων απ’ το παράθυρο, τις βότκες που στροβιλίζονται στον αέρα, τις στάσεις στις ρωσικές πόλεις και τις φωνές των ντόπιων που μπουκάρουν διαφημίζοντας την πραμάτεια τους – αισθάνομαι πως τίποτα δεν θα μου είναι άγνωστο μέσα στη μεγαλύτερη με τρένο διαδρομή του κόσμου. Παρόλ’ αυτά η παράταση της αναμονής έχει και τα καλά της, διαλέγοντας στο μεταξύ άλλους τόπους, άλλες θάλασσες, άλλα υγρά μάτια· σαν το ταξίδι του Οδυσσέα που πιο καλά είχε περάσει με την Κίρκη παρά με την Πηνελόπη όταν ξεκίνησε να του γλύφει τα πόδια ο Άργος στην ακτή της Ιθάκης φτάνοντας πια έπειτα από είκοσι χρόνια στον προορισμό του.
Φωτογραφία: Ψαράδες στη Σάμο.
xatzigeorgiou@yahoo.com
Φιλελεύθερα, 1.8.2021.