«Οι πικροδάφνες θέλουν κούρεμα» της Αγγέλας Καϊμακλιώτη: Στίχοι που εκφράζουν θυμό, οργή, απογοήτευση και μια διαμαρτυρία γύρω από τις ορατές αδικίες.
«Άνυδρο θαλασσόκρινο νησί μου,/ αρχαίος βολβός στην άμμο/ του παλιού καιρού. Έφυγαν τα καράβια τους και πάλι. Δεν έφεραν κρασί και λάδι/ να γεμίσουν τα πιθάρια. Μόνο στα λαδιασμένα σώματα/ με δείχτες αντηλιακούς/ νυχτόβιες πεταλούδες ανασαίνουν. Αντέχεις;»
Πέμπτη ποιητική συλλογή της Αγγέλας Καϊμακλιώτη, που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2020 στην Αθήνα από τις Εκδόσεις Βακχικόν. Με μια πρώτη ανάγνωση αισθάνεσαι πως η ποιήτρια πρωτοπορεί μέσω του μελαγχολικού τοπίου που οικοδομεί στα ποιήματά της και εμπνέεται από γεγονότα, επεισόδια, τραύματα που μολύνουν την ιδεατή ανθρώπινη συνύπαρξη. Με ακομπλεξάριστο τρόπο οι στίχοι της εκφράζουν θυμό, οργή, απογοήτευση και μια οξύτατη διαμαρτυρία γύρω από τις ανάρμοστες συμπεριφορές, τις ορατές αδικίες. Στις αναγνώσεις που ακολουθούν διαπιστώνεις πως «Οι πικροδάφνες θέλουν κούρεμα» υποστηρίζονται από τη μια από ιστορικά γεγονότα και από την άλλη καταλήγουν να λαμβάνουν τον ρόλο ενός κοινωνικού καθρέφτη.
Τη συλλογή συναποτελούν δύο ενότητες: Η μία φέρει τον τίτλο «Ημερολόγιο οδοφράγματος» και η άλλη «Μπετόβεν στο λάπτοπ». Η πρώτη ενότητα σφυρηλατείται προπαντός από τα γεγονότα του ξεριζωμού του 1974 και η ποιήτρια ανασύρει –όντας η ίδια τραυματισμένη από αυτόν– τις ανεπούλωτες πληγές που άφησε στο πέρασμά του: τη γη που χάθηκε, τον ανθρώπινο σπαραγμό, το δράμα των αγνοουμένων, τον πόθο για μια ανέφικτη επιστροφή, τη φοβερή ολιγόλεπτη επίσκεψη στην πατρώα γη× στιγμές μιας διχασμένης ζωής, που καταλήγουν να μοιάζουν σαν «μια πινέζα στην καρδιά», για να θυμηθούμε την επιφυλλίδα που ο Γ. Π. Σαββίδης δημοσίευσε για την Κύπρο τον μαύρο εκείνο Αύγουστο του 1974. Το «Ημερολόγιο οδοφράγματος» με μια ορθή δόση ειρωνείας προϊδεάζει τον αναγνώστη για όσα θα αναδυθούν στην ενότητα που ακολουθεί: το ηθικό ξεπούλημα, την έπαρση, την αλαζονεία, τον ναρκισσισμό× συμπεριφορές που εκκρίνονται μέσα σε μια κοινωνία που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε αξίες μιας άλλης εποχής και στις δικές της που αρχίζει να διαμορφώνει, και, ταυτόχρονα, να αντισταθεί με τα εχέγγυα που διαθέτει σε αυτές που την κάνουν να δυσφορεί και να θλίβεται, όπως φαίνεται στο ποίημα «Γκρι» [Προπάντων ήθελε/ να γράφεται ο τίτλος του. Ο τίτλος ήταν βασικός, σημαντικός,/ τεράστιος. Να γράφεται οπωσδήποτε/ με έντονη γραφή και πλάγια. Να φαίνεται. Να τον διαβάζουν. Και δίπλα το μικρό του/ όνομα και επίθετο. Να ξέρει το ακροατήριο/ ποιος κρύβεται μέσα/ στο γκρι κουστούμι] και στο ποίημα «Ποιητική βραδιά», στο οποίο ο λυρικός τόνος καταλήγει ένας σαρκαστικός εσωτερικός μονόλογος [Ένας ποιητής στιλάτος που κυοφορεί/ καμαρώνει και κορδώνει και μακρηγορεί/ και θαρρεί πως το κοινό του μόνο αυτόν θωρεί. Αν σκεφτεί καμία λέξη κάπως ασαφή/ τα στιχάκια του σκαρώνει εις το πι και φι/ και τα ντύνει με βελούδο και χρυσαλοιφή. Τη στιγμή που απαγγέλει στο μικρόφωνο/ οι κυρίες χύνουν δάκρυ μεγαλόφωνο. Μα κι ο ίδιος πια δονείται, μεταλλόφωνο. Κι όταν επιτέλους πέσει χειροκρότημα/ για της ποίησης το σπουδαίο κληροδότημα,/ θα τον ταλανίσει πάλι το ερώτημα:/ «Μήπως έφτασε η ώρα/ να μ’ ακούσει κι άλλη χώρα;»].
Αλλού η ποιήτρια περιγράφει γεγονότα που συμβαίνουν γύρω της, όπως το φρικτό έγκλημα στο ποίημα «Μετά τη βροχή». Η ελπίδα, ωστόσο για την εμφάνιση μιας αχτίδας φωτός που θα διαφυλάξει τα πιο τίμια αγαθά και να μη λησμονηθεί το χριστιανικό πνεύμα σκιαγραφείται με έναν ευρηματικό τρόπο στο ποίημα «Φωτός συχνότητες».
Εναργής ποιητική γραφή που αναμιγνύει ένα παρελθόν που έχει θαφτεί μέσα στις μνήμες του και ένα παρόν σχεδόν αδυσώπητα «κακοτράχαλο». Μια καλαίσθητη και επιμελώς φροντισμένη έκδοση στην οποία η Αγγέλα Καϊμακλιώτη μας δίνει τη δυνατότητα να περιηγηθούμε σε ποικίλα θέματα χρησιμοποιώντας έξυπνα τις απαραίτητες υφολογικές εναλλαγές που δημιουργούν ένα πλέγμα συναισθημάτων φτιαγμένο από ένα γυναικείο ποιητικό βλέμμα.
Καταληκτικά, επιστρέφω στον αινιγματικό τίτλο της συλλογής. Αναλογίστηκα, αφού την ανέγνωσα με απόλαυση, ότι μετά το κούρεμά τους οι πικροδάφνες με την ατσαλένια ανθεκτικότητά τους θα κοσμήσουν γεμάτες δύναμη και ενέργεια τον κήπο που τις χρειάζεται και πως διαβάζοντάς τες μπορούμε να πράξουμε κατά το δοκούν για την καλύτερη ανθοφορία τους. Για την ανθοφορία, εν γένει, του άνυδρου θαλασσόκρινου νησιού μας!
* Η Στέλλα Αλεξίου είναι Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.