Ο μικρός αυτός τόπος στην άκρη της Ελλάδας, είναι το «προσκύνημα» που σε κάνει να κατανοήσεις το ρεαλιστικό νόημα του ελληνισμού, την πραγματική ευθύνη του χώματος που πατάς και που δεν είναι δεδομένο.
Ο στρατιώτης βρίσκεται δίπλα από το φυλάκιό του, στο πιο ψηλό σημείο της νησίδας -ίσα που διακρίνεται η φιγούρα του- κι ο οδηγός του «Ελεονώρα» που κάνουμε μαζί του τη διαδρομή τού κορνάρει παρατεταμένα χαιρετώντας τον – κι έτσι καθώς νομίζεις πως βρίσκεσαι σε ξέγνοιαστες διακοπές φορώντας σαγιονάρες, αυτός ο φαντάρος που στέκεται ψηλά με την ελληνική σημαία στα χέρια του ανεμίζοντάς την, καλωσορίζοντας τους επισκέπτες, υπενθυμίζοντας το αυτονόητο, πως αυτό το ξερονήσι είναι έδαφος ελληνικό με Έλληνες να πατάνε στο χώμα του, και κοιτώντας λεβέντικα απέναντί του το «τέρας» του ηπειρωτικού εδάφους της Τουρκίας που «καταπίνει» ό,τι ελληνικό, λόγω μεγέθους, δημιουργώντας γκρίζες ζώνες (όπως έκανε κάποτε, και που προστάτευε να μην συμβεί μέχρι πριν από τέσσερεις δεκαετίες για σαράντα χρόνια, διατηρώντας κομβικά εδάφη που σήμερα γίνονται διαδρομές φυσικού αερίου, η ηρωίδα Δέσποινα Αχλαδιώτη, η Κυρά της Ρω), σε κάνει να αντιλαμβάνεσαι πως σ’ αυτή την περιοχή, μεσοπέλαγα, με τα σπίτια των Τούρκων στα δεξιά σου που διακρίνονται καθαρά (πέντε μόνο χιλιόμετρα είναι περίπου η απόσταση, μισή ώρα κολύμπι, εκατοστά λάθους το πέρασμα στην Τουρκική αιγιαλίτιδα ζώνη) και τα φυλάκια επάνω στη Ρω που προστατεύουν χαμένες τιμές, κάτι εικοσάχρονα παιδιά, παιδιά δικά σου, σηκώνουν στους ώμους τους βαριά την ευθύνη της ελληνικής αξιοπρέπειας.
Έχω υπηρετήσει τους είκοσι από τους είκοσι έξι μήνες της στρατιωτικής μου θητείας στην πράσινη γραμμή -στην Περιστερώνα, στο Καϊμακλί, στην Παλλουριώτισσα- δεν υπήρξα ποτέ ένας άνθρωπος που θα έκλαιγε αντικρύζοντας την ελληνική σημαία να ανεμίζει ή που θα συναισθάνονταν κάτι περισσότερο από το βασικό στις εθνικές επετείους, σε επάρσεις και υποστολές, πέρα από το συμβολικό που εισπράττει ο μέσος όρος· όμως αυτό που συμβαίνει στη Ρω με τους στρατιώτες, την Τουρκία απέναντι και τη θάλασσα ανάμεσα -δέκα λεπτά μόνο η διαδρομή για την αλλαγή χώρας, βλέψεων και νοοτροπίας-, είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που μπορεί κανείς να νιώσει στο τέρμα της Λήδρας, στη Δερύνεια με το Βαρώσι απέναντι, και στον Πύργο Τηλλυρίας, γιατί σε «υποχρεώνει» να κατανοήσεις άμεσα, χωρίς να είσαι ήδη προετοιμασμένος, πολύ περιεκτικά, την μεγάλη επικινδυνότητα του χώρου η οποία είναι απολύτως υπαρκτή· τι πάει να πει «πατρίδα», «εχθρός», αυτό το «μια χαψιά» που μπορεί να γίνει πράξη στην ανατολικότερη άκρη της Ελλάδας, εκεί όπου παίζοντας πολλά λεφτά στο πιο ακριβό «οικόπεδο» της Ευρώπης, εκεί όπου χαλάνε τα σχέδια του Ερντογάν για απρόσκοπτη αποκλειστική οικονομική ζώνη στα νότια της χώρας του – για τη Ρω, για το Καστελλόριζο, για τη Μεγίστη, για μερικά «ανύπαρκτα» νησάκια που θα έπρεπε να ανήκουν σ’ εκείνον. Πως αυτά τα παιδιά που υπηρετούν τη θητεία τους στην ιστορική αυτή νησίδα, που δεν έζησαν ποτέ τους κανένα «κακό» με τους «απέναντι» φίλους (;) και δύστροπους γείτονες, υπηρετούν ουσιαστικά ένα μεγαλείο που -χωρίς να έχουν βιώσει στο ελάχιστο, στην πράξη, αλλά μόνο μέσα από βιβλία- καταλαβαίνεις πως αντιλαμβάνονται πλήρως στις λίγες βασικές κουβέντες μαζί τους πατώντας πια στη Ρω, τι «φέρουν» στον τρόπο που κρατάνε τη σημαία και τη χαιρετούν περήφανα σα να ‘ναι το ύψιστο, το πρώτο και κυρίαρχο στη ζωή τους – όλα τα άλλα, αυτά που απασχολούν τους περισσότερους συνομήλικούς τους, είναι γι’ αυτούς τους ακρίτες υποδεέστερα και «λίγα».
Εκεί, στην αυτοσχέδια αποβάθρα που σταμάτησε το καράβι, όταν ρώτησα τον Παντελεήμων (τον στρατιώτη στη φωτογραφία) «πότε θα τελειώσει αυτή η “δυσμενής” μετάθεσή του, πότε θα πάει κάπου καλά να υπηρετήσει το υπόλοιπο της θητείας του, εκεί όπου θα υπάρχουν κανονικές έξοδοι και διανυκτερεύσεις», με διέκοψε – σχεδόν προσβεβλημένος: «Όλοι εμείς οι στρατιώτες που μπορείς να δεις εδώ, γιατί είναι κι άλλοι που δεν βλέπεις και δεν θα δεις, δεν βρισκόμαστε στη Ρω επειδή κάποιος μας υποχρέωσε να ‘ρθουμε σ’ αυτό το νησί. Είμαστε εδώ επειδή το διαλέξαμε. Για την Ελλάδα! Για την Ελλάδα διαλέξαμε να είμαστε εδώ!».
Κι είναι τότε η στιγμή που δεν μιλάς πια, που απλώς κοιτάς γύρω σου (είναι πολύ συγκεκριμένα τα σημεία που σου επιτρέπεται να φωτογραφίσεις, όλα τ’ άλλα τα χωράς στη μνήμη σου), που είσαι βέβαιος πως αυτός ο οποιοσδήποτε Παντελεήμων, που λίγο μετά θα σου πει για τον γάμο που θα κάνει σε μερικούς μήνες με την κοπέλα του στην Πελοπόννησο, είναι ταυτόχρονα έτοιμος να αναβάλει ή να διακόψει απότομα το ευτυχισμένο μέλλον του αν χρειαστεί, αν επιβληθεί απ’ τους απέναντι «λύκους». Γιατί είναι αποφασισμένος γι’ αυτό.
Η διαδρομή είναι περίπου τριάντα λεπτά με το καράβι απ’ το Καστελλόριζο· δεν γίνεται συχνά, προϋπόθεση να συμπληρωθεί ένας συγκεκριμένος αριθμός ανθρώπων που θα θελήσουν να επισκεφθούν την νησίδα ώστε να καλύπτονται τα βασικά έξοδα του οδηγού. Ο Νίκος Μάτσος, ο ψαράς και ιδιοκτήτης του «Ελεονώρα», ο άνθρωπος που πριν από μερικά χρόνια είχε σώσει με το καράβι του 1500 περίπου πρόσφυγες που προσπαθούσαν να περάσουν από το απέναντι Τουρκικό Κας σε ελληνικό έδαφος ώστε να ζητήσουν άσυλο («για τα μωρά που κρατούσαν στα χέρια τους το έκανα πρωτίστως», θα μου πει μετά), με πήρε τηλέφωνο το προηγούμενο βράδυ του ταξιδιού που του είχα ζητήσει τρεις μέρες πριν, για να μου αναφέρει πως «αύριο πρωί μπορούμε να πάμε στη Ρω», ζητώντας μου αριθμό ταυτότητας «γιατί το νησί είναι στρατιωτική ζώνη και πρέπει να έχω ονόματα και έγγραφα για ασφάλεια».
Από τις Πλάκες του Καστελλόριζου, το ακρωτήριο του Αγίου Στεφάνου μετά, με τα πιο καθαρά νερά που μπορεί να αντικρύσει άνθρωπος το μήνα Αύγουστο στην Ελλάδα, η Ρω κι οι γύρω βράχοι -η Τραγονέρα κι η Σαβούρα- σταματάνε τη χαρά του ανέμελου κι αφελούς απότομα και ξαφνικά. Το συνειδητοποιεί κανείς φεύγοντας πια τι ακριβώς μαγνητίζει αυτός ο μικρός τόπος, αφήνοντας πίσω του το τάφο της Δέσποινας Αχλαδιώτη με το αναμμένο πάντα καντηλάκι απ’ τους φαντάρους, το σπίτι της (που τώρα είναι φυλάκιο), τις χρωματιστές πέτρες που σχηματίζουν τη λέξη «Ελλάς» στο χώμα, το μικρό εκκλησάκι και τους στρατιώτες που σηκώνουν τα χέρια με υψωμένη τη γροθιά της νίκης αποχαιρετώντας τους μοναδικούς επισκέπτες της μέρας τους, υπενθυμίζοντας την βασική μας αλφαβήτα: Πως η Ελλάδα των «ανδρών επιφανών» του Θουκυδίδη είναι ιδέα, είναι πίστη στο υπαρκτό πρόσημο και παράσημο για τους πιο τυχερούς που γίνονται ήρωες· είναι, κυρίως, μια αποφασισμένη ψυχή που δεν σκύβει.
Ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό το σπουδαίο δώρο ζωής τον δημοσιογράφο, Γιάννη Βίτσα, και τον Μιχάλη Δαρδανελιώτη (ιδρυτή & πρόεδρο της Αλυσίδας Ελπίδας). Το τηλέφωνο του Νίκου Μάτσου, του ψαρά που κάνει τη διαδρομή από το Καστελλόριζο στη Ρω, για έγκαιρη κράτηση για όσους είναι αποφασισμένοι να πραγματοποιήσουν αυτό το «προσκύνημα», είναι το +306934523917.
xatzigeorgiou@yahoo.com
Φιλελεύθερα, 8.8.2021.