Η ιστορία της κυρίας Παναγιώτας από το Καμποχώρι Αρκαδίας που συνάντησα το 2007, αμέσως μετά τις μεγάλες φωτιές της περιόδου εκείνης, είναι «ίδια» με όσα συμβαίνουν τις τελευταίες μέρες στην Ελλάδα – απλώς, άλλαξαν οι πρωταγωνιστές και οι ημερομηνίες.
Η κυρία Παναγιώτα δεν είχε φανταστεί ποτέ τη ζωή της έτσι – χωρίς παράθυρα, χωρίς πόρτες, χωρίς σκυλί, χωρίς καναπέδες, χωρίς εργόχειρα και κουζινικά με στάμπες, χωρίς φωτογραφίες και κομοδίνα, χωρίς τα πλαστικά που έβαζε έξω στην αυλή με νερό «για να ξεδιψάνε τα ζωντανά», χωρίς ασβεστωμένους τοίχους τα Χριστούγεννα. Η κυρία Παναγιώτα ήθελε, στα 86 της, να πέθαινε πια ήρεμη στο διπλό κρεβάτι της κοιτώντας το καντήλι που άναβε κάθε βράδυ στο υπνοδωμάτιό της για τον πεθαμένο της άντρα, στην Παναγία την βρεφοκρατούσα -μεγάλη η χάρη Της- θύμηση, να έκανε την προσευχή της, να σταύρωνε απαλά τα δάχτυλα της στο στήθος της και να ‘κλεινε τα μάτια της αργά αργά. Έτσι ήρεμα να γίνονταν όλα. Ήρεμα και «κανονικά». Τώρα δεν υπάρχει ούτε το κρεβάτι ούτε το καντήλι. Ούτε η εικόνα της Παναγίας. Ούτε ένας τοίχος!
Δεν κλαίει μπροστά μου. Δεν είναι η κυρία Παναγιώτα γυναίκα για να κλαψουρίζει σαν κάτι κακομαθημένα που τους τραβάνε από τα φουστάνια για ένα ξερόψωμο, για «ζητιανιές» -λέει- με κιβώτια Νουνού σε φορτηγά ως «είδη πρώτης ανάγκης» – η κυρία Παναγιώτα πέρασε Παγκόσμιο, εμφύλιο, ταραχές, είδε τον βασιλιά από κοντά, τον Καραμανλή να φτάνει στο Καμποχώρι, τον Σεραφείμ που έκανε τα θυρανοίξια του Άη Γιώργη και του φίλησε το χέρι· «βοήθειά σας, κυρία μου». Ακόμα κι όταν πείναγε το ’40 κι έτρωγε χούφτες το χώμα σα να ‘τανε ροδέλαιο από τους Γερμανούς, το σπίτι ήτανε σπίτι, τα δωμάτια ήταν δωμάτια, οι τοίχοι ήταν τοίχοι – κληρονομιά από τους παππούδες στους πεθαμένους της γονείς, σε εκείνην που το ανακαίνισε τρεις φορές χωρίς να πειράξει τα θεμέλια που ήταν απ’ την Τήνο κατευθείαν πέτρα πέτρα κουβαλητά κατά παραγγελία ειδική σε πλοία. Αλλά τίποτα αυτή δεν θα αφήσει στα δικά της παιδιά. Τα δικά της εγγόνια δεν θα αγγίξουν τους σουβάδες για να μνημονεύσουν την κυρία Παναγιώτα που είχε ένα κοτέτσι νά – μεγάλο στην αυλή! Η γιαγιά τους νιώθει πως είναι μια ανίκανη γιαγιά που στη μνήμη τους θα αφήσει κενό. Κανένα σημάδι. Ούτε έναν τοίχο!
Παρόλα αυτά δεν κλαίει. Κάθεται μπροστά μου – δείχνει ατάραχη. «Τώρα δεν θέλω να πεθάνω», μου λέει. «Τώρα θέλω να ξαναφτιάξω τα δωμάτια όπως ήταν, να το χτίσω όπως πρέπει, να πάρω δάνειο και να παρακαλέσω τους συγγενείς να μου δώσουν λεφτά για να το κάνω από τα μπετά κληρονομιά. Πόσο να θέλω; Τέσσερα χρόνια; Πέντε χρόνια; Ο μακαρίτης ο πατέρας μου έζησε ως τα 95 του. Παναγία μου βρεφοκρατούσα, μόνο αυτό σου ζητώ: Θέλω να ζήσω να ξανακάμω το σπίτι! Να το ξαναχτίσω από τα έγκατά του!». Έπαιξε με τα χέρια της το χαρτομάντηλο που κράταγε όσο ο φωτογράφος μου τής έκανε την τελευταία λήψη κι έπειτα φόρεσε πάλι τις παντόφλες της. «Θέλετε λίγο νερό;», τη ρώτησα. «Το νερό εμένα με επρόδωσε. Δεν ήρθε όταν το ‘θελα. Το νερό έγινε η φωτιά μου και μ’ έκαψε. Καταραμένο νερό!», είπε. Κάτι πήγε να πει για «μια βροχή», για «μια προσευχή», για ένα τάμα στην μεγάλη η χάρη Της, μα σταμάτησε την αμαρτία που ήταν οργή – «το σπίτι θα ξαναφτιαχτεί από την αρχή! Κάτι να θυμάται από εμένα ο Νικολάκης μου, που είναι πέντε χρόνων κι έπαιζε στην αυλή μου μέχρι προχθές».
Εύχομαι να ζει ακόμη η κυρία Παναγιώτα – να ξεπέρασε και τα 95 του κληρονομικού της αίματος. Να βλέπει από την τηλεόρασή της τις νέες φωτιές στην άλλη άκρη της Ελλάδας και να τσούζει τα μάτια της απ’ τη στάχτη που σφηνώθηκε μέσα στο μυαλό της, πικρά, με κρυμμένη ακόμη στο τσεμπέρι της την φωτογραφία της μάνας της – το μόνο που είχε σώσει τότε από τα συντρίμμια. «Στη μνήμη σας, όμως, δεν έχετε όλες σας τις αναμνήσεις; Τι να τα κάνετε τα παλιοπράγματα;», της είχα πει – παρηγοριά σε κουτσό άλογο που πάει σε αγώνες ταχύτητας. Κάπως είχε θυμώσει. Και μ’ έπιασε να μου το εξηγήσει. «Άκουσε να σου πω. Με το μυαλό δεν αγγίζεις εκείνα τα μωρουδιακά της κόρης σου που ‘χες φυλάξει στο τελευταίο πάνω πάνω συρτάρι μαζί με τα πρώτα της μαλλάκια, με το μυαλό δεν ξεφυλλίζεις το άλμπουμ των φωτογραφιών του πατέρα σου από τους πολέμους που πήγε κι έγινε ήρωας κι έφερε τα παράσημά του και τα κόλλησε με σελοτέιπ εκεί μέσα για να μην χαθούν ποτές, με το μυαλό δεν μυρίζεις το πικραμύγδαλο -Άνοιξη είναι!-, ούτε της πορτοκαλιάς τα πεσμένα φύλλα που αποκτούν κάτι πέρα από τη γη κι έξω από το βάζο στο τραπεζάκι της κουζίνας, με το μυαλό δεν βλέπεις τις μικρές αράχνες που θεωρείς -κι αυτές- δικές σου και που περιμένεις να ‘ρθουν τα εγγόνια σου από την Αθήνα μήπως κι ανέβουν στην ξύλινη καρέκλα και στις μαζέψουν – δεν γίνεται το σπίτι να ‘ναι πεντακάθαρο καθημερινά κι αυτές να επιμένουν στην παραφωνία. Άκουσε να δεις. Με το μυαλό δεν γίνονται όλα. Και το σπίτι μου δεν ήτανε απλά ντουβάρια, δεν ήτανε πέντε τούβλα. Ήταν αυτό το “τα κατάφερα!” που είπα στη ζωή».
Έπιασε να αρχίσει να πλέκει κάτω από την ελιά. Είπε πως θα κοιμηθεί κάτω από την ελιά. Πως θα φάει κάτω από την ελιά. Πως θα τη βλέπουν όλοι κάτω από την ελιά. «Υπάρχουν γύρω μας εθελοντές του Ερυθρού Σταυρού…Θα σας βοηθήσουν», της είπα. «Είμαι αξιοπρεπής άνθρωπος…», μου απάντησε. Ξεκίνησε να κάνει μια βελονιά ακόμα. Σταμάτησε. Κοίταξε ψηλά σα να συνέχιζε μια ήδη καμωμένη αυστηρή κουβέντα με την χάρη Της και έβαλε τα μάτια της ξανά στο χώμα. «Η γη, όμως, είναι γη! Και το χορτάρι θα ξαναδροσίσει πάλι τα μυρμήγκια».
xatzigeorgiou@yahoo.com
Φιλελεύθερα, 15.8.2021.