Ο Μανώλης Μ. Στεργιούλης γράφει για το βιβλίο του Χρήστου Μακρή «ΔΩΡΟΣ ΛΟΪΖΟΥ. Ο Μεγάλος Ελεύθερος»

Ο Χρήστος Μαυρής, ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας, έχει γράψει βιβλία που αναφέρονται στο έργο σημαντικών πνευματικών ανθρώπων της Ελλάδας και της Κύπρου. Πρόσφατα έγραψε ένα ακόμη βιβλίο με θέμα το έργο του Δώρου Λοΐζου, Κύπριου ποιητή, που δολοφονήθηκε στις 30 Αυγούστου 1974, από τους «πρόθυμους» της  χούντας των Αθηνών, οι οποίοι είχαν αναλάβει τη διεκπεραίωση των εγκληματικών σχεδίων της στη Μεγαλόνησο.

Ο Δώρος Λοΐζου, γεννημένος το 1944  στη Λευκωσία, έζησε τα γεγονότα που προσδιόρισαν καθοριστικά τη σύγχρονη ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας του αλλά και της Ελλάδας. Το ανήσυχο πνεύμα του τον ώθησε να εκδηλώσει ενδιαφέρον και για όσα συνέβαιναν στη διεθνή σκηνή. Μαθητής ακόμη του Παγκυπρίου Γυμνασίου μυήθηκε στην Άλκιμο Νεολαία της ΕΟΚΑ (ΑΝΕ) και βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των αντιβρετανικών εκδηλώσεων στη νήσο. Λίγο αργότερα, μετέβη για σπουδές στη Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων, στη Ρόδο, από την οποία, όμως, αποβλήθηκε λόγω της δράσης του εναντίον της απριλιανής δικτατορίας και επέστρεψε στην Κύπρο. Στη συνέχεια πήγε στη Βοστώνη, όπου σπούδασε ιστορία, και το 1972 επέστρεψε εκ νέου στην Κύπρο, έχοντας διαμορφωμένες πολιτικές απόψεις και ιδεολογικούς προσανατολισμούς. Οι απόψεις του και οι ιδεολογικοί του προσανατολισμοί  είχαν αποτυπωθεί στα  ποιήματα που είχε ήδη γράψει και συνέχιζε να γράφει.

Στα ποιήματα αυτά διαφαίνεται ο οραματισμός του για την ανάγκη οικοδόμησης ενός κόσμου κέντρο του οποίου θα αποτελούν ο άνθρωπος και οι αξίες που προσδίδουν νόημα στην ύπαρξή του. Διεπίστωσε πολύ νωρίς ο Δώρος Λοΐζου ότι η επικράτηυση των κατώτερων ενστίκτων και παθών, η βία, ο πόλεμος, η απληστία των ισχυρών, η με κάθε τρόπο επιδίωξη του συμφέροντος, ο φανατισμός και η μισαλλοδοξία οδηγούν σε αποτελέσματα που ακυρώνουν τη ζωή και στιγματίζουν τον ανθρώπινο πολιτισμό.                                                                             

Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύει ο Χρήστος Μαυρής  στο βιβλίο του που φέρει τον τίτλο «Δώρος Λοΐζου. Ο Μεγάλος Ελεύθερος». Πρόκειται για δέκα κείμενα, τα έξι από τα οποία ο συγγραφέας δημοσίευσε, σε πρώτη μορφή, σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Ακολούθως, τα επαναπροσέγγισε, τα εμπλούτησε και τα συμπεριέλαβε στο εν λόγω βιβλίο, προσθέτοντας τέσσερα ακόμη κείμενα, που δημοσιεύονται για πρώτη φορά.                                                                                             

Στο πρώτο κείμενό του, ο Χρήστος Μαυρής σκιαγραφεί την προσωπικότητα του Δώρου Λοΐζου και τον χαρακτηρίζει ως προφητικό ποιητή, που «άκουε τη βοή των πλησιαζόντων γεγονότων», γνώριζε ότι οι καιροί όχι μόνο δεν ευνοούσαν την αποδοχή των ιδεών του αλλά δημιουργούσαν αντιδράσεις που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή του. Γνώριζε πού μπορούσε να φθάσει ο φανατισμός των ιδεολογικών του αντιπάλων, αλλά δεν σκέφθηκε ποτέ να αναστείλει τη δράση του. Συνέχισε απτόητος και αποφασισμένος να μετουσιώσει σε πράξη τις απόψεις και τις αντιλήψεις του. Παρέμεινε ελεύθερος ως το τέλος με μόνα όπλα την Αλήθεια και τους στίχους του.

Στο δεύτερο κείμενο, ο συγγραφέας αναφέρεται στην ανεπιτήδευτη ποιητική γλώσσα του Δώρου Λοΐζου και στις λέξεις που συγκροτούν τους στίχους του. «Λέξεις που λάμπουν σαν πρωτόπλαστες. Λέξεις ελληνικές, γνήσιες και καθάριες, σαν τις σκληρές βυζακόπετρες που βγάζουμε μέσα από τα σπλάχνα της κυπριακής γης και που όταν πλυθούν με καθαρό νερό αστραφτοκοπούν κάτω από το δυνατό φως του αιώνιου ήλιου μας».

Στο επόμενο κείμενο, με τίτλο «Μπέρτολτ Μπρεχτ: ένας δάσκαλος του Δώρου Λοΐζου», γίνεται μνεία στις επιδράσεις που δέχθηκε ο ποιητής από την ποίηση του Μπρεχτ. Αντιπαραβάλλεται το ποίημα του Δώρου Λοΐζου «Εσείς που θα υπάρξετε κάποτε» με αποσπάσματα από το ποίημα του Μπρεχτ «Προς τους επερχόμενους». Και τα δύο ποιήματα, γράφει ο Χρήστος Μαυρής, αποτελούν «επικλήσεις προς τους μελλούμενους αναγνώστες τους, όπου τους συμβουλεύουν πώς να αποφύγουν λάθη που διέπραξαν οι ίδιοι, όπως αφήνουν ν’  αντιληφθούμε, στις μέρες τους, που δεν απέχουν πολύ από το πρόσφατο παρελθόν μας».

Ακολουθεί το κείμενο στο οποίο ο συγγραφέας «ακούει» τη «συνομιλία» Δώρου Λοΐζου και Γιώργου Σεφέρη στα ποιήματά τους «Εποχή του βασιλείου της πέτρας» και «Γυμνοπαιδία» αντίστοιχα και αποφαίνεται ότι και στους δύο ποιητές οι πέτρες συμβολίζουν τους διαχρονικούς αγώνες του ελληνισμού για ελευθερία.  

Ο συγγραφέας, στη συνέχεια, αποκρυπτογραφεί τα «σκοτεινά» ποιήματα του Δώρου Λοΐζου και αναφέρεται στον διάλογό του με τα εκκλησιαστικά κείμενα. Από τον διάλογο αυτόν αποδεικνύεται ο σεβασμός και η βαθιά πίστη τού ποιητή με τη χριστιανική ορθόδοξη θρησκεία. Η πίστη, γράφει,  του ενδυνάμωσε τον χαρακτήρα, τον βοήθησε να απαλλαγεί από τον φόβο του θανάτου, και να θέτει ερωτήματα, όπως: Νὰ μὴν ὑπάρχει άραγε ἄλλος τρόπος; /         Μόνο ὁ θάνατος νὰ οδηγεῖ στὴ ζωή; / Ὁ Σταυρὸς λοιπόν, τὸ μόνο μέσο νὰ παραβιάσουμε / τὶς καστρόπορτες τῆς ἀθανασίας;          

Ο διαχρονικός άγραφος νόμος που επιτάσσει τον σεβασμό των νεκρών και την απόδοση σε αυτούς τιμών, αποτυπώνεται και στα «Δώδεκα άτιτλα», από τα οποία ο συγγραφέας σχολιάζει το 12ο, αναφέροντας πως οι τρεις στίχοι που το απαρτίζουν (Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ/ ἔμαθε ὁ ἄνθρωπος ἦταν/ ὁ σεβασμὸς στὸ θάνατο) υποδηλώνουν το ταλέντο του ποιητή ως επιγραμματογράφου.

Στο προτελευταίο κείμενό του, ο Χρήστος Μαυρής καταπιάνεται με το ενδιαφέρον θέμα της απήχησης της ποίησης του Δώρου Λοΐζου στην ποίηση της Γενιᾶς της Εισβολής, ενώ στο ακροτελεύτιο κείμενο, ο συγγραφέας προβάλλει την άποψη ότι η ποιητική πορεία του Δώρου Λοΐζου προσπέρασε το πρωτόλειο στάδιο, αφού  η πνευματική και καλλιτεχνική σκευή του τον βοήθησαν να προσδώσει  και τα πρώτα του ποιήματα τεχνική και αισθητική αρτιότητα.

Διαβάζοντας το βιβλίο του Χρήστου Μαυρή εδραιώνεται περισσότερο η κοινώς αποδεκτή άποψη ότι, αν ο  Δώρος Λοΐζου ζούσε σε φυσιολογικά χρονικά όρια, η ποιητική του δημιουργία θα ήταν όχι απλώς μεγάλη σε έκταση, αλλά και πολύ λαμπρότερη. Όμως, είναι βέβαιο ότι το ποιητικό έργο που μας άφησε, δημοσιευμένο και αδημοσίευτο, θα προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών μελετητών και οι κριτικές προσεγγίσεις τους θα το φωτίσουν πολύπλευρα. Αποτελεί οφειλή προς τον ποιητή που, παρά τη σύντομη ζωή του,  πρόλαβε να «φωτοδοτήσει» τον άνθρωπο, τον κόσμο και τη ζωή.

* Ο Μανώλης Μ. Στεργιούλης είναι δ.φ., Διευθυντής του Πειραματικού Σχολείου Πανεπιστημίου Αθηνών