Ο Μιχάλης Δ. Μανιάτης, πρώην αναπτυξιακός σύμβουλος του υπ. Εξωτερικών της Ελλάδας για το Αφγανιστάν από το 2001, και ένας από τους ελάχιστους Έλληνες που ξέρουν τόσο καλά την ασιατική χώρα, δεν είναι καθόλου αισιόδοξος για το μέλλον της.
«ΤΟ ΚΟΙΝΟ με γνώρισε -και ακόμη με αναγνωρίζει, κάτι που εμένα προσωπικά με ξαφνιάζει- από τρεις ταινίες που έχουν σημαδέψει τον ελληνικό μεταπολεμικό κινηματογράφο: “Ο Άγγελος”, “Το ρεμπέτικο”, “Λούφα και παραλλαγή”. Ωστόσο, δούλεψα πολύ σε διάφορα άλλα επίπεδα, λόγω του ακαδημαϊκού μου υπόβαθρου: Μεταξύ αυτών, τη δεκαετία του ’90 ήμουν αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κέντρου για το Παιδί και τα media και συνεργάτης διαφόρων άλλων διεθνών οργανισμών, και στα πλαίσια αυτών των δραστηριοτήτων μου ξεκινούσα συνεργασίες και άνοιγα διαύλους διεθνώς, φέρνοντας κοντά ανθρώπους –κάτι που είχαμε κάνει και στην Κύπρο. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια, λοιπόν, δημιούργησα δυνατές φιλίες με πολλές αραβικές-ασιατικές χώρες. Στο μεταξύ, το υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος γνώριζε τη δράση μου και την ποιότητα της δουλειάς μου· έτσι, όταν έγινε το 9/11 και θα έπρεπε η Ευρώπη να αντιδράσει σύσσωμη στο θέμα του Αφγανιστάν, διορίστηκα στη θέση του αναπτυξιακού συμβούλου της Ελλάδας στη συγκεκριμένη χώρα από τον τότε υπουργό Εξωτερικών, Γιώργο Παπανδρέου, και το επιτελείο του, μετά το Σύνοδο του Τόκιο όπου οι χώρες δεσμεύτηκαν για βοήθεια προς το Αφγανιστάν. Από τότε μετράει η σχέση μου με αυτή την υπέροχη χώρα».
«ΕΦΤΑΣΑ στο Αφγανιστάν αρχές Φεβρουαρίου του 2002. Οι Ταλιμπάν δεν είχαν πια την εξουσία, αλλά παρέμενε η πόλη σε μια “εμπόλεμη ζώνη” – οι Ταλιμπάν, για να καταλάβετε, ήταν μόλις 30 χιλιόμετρα έξω από την Καμπούλ. Ο κόσμος, ωστόσο, θυμάμαι ότι ήταν ανακουφισμένος -γιατί το τελευταίο πράγμα που μπορείς να σκοτώσεις στον Αφγανό είναι η ελπίδα- και υποδέχονταν τον κάθε ξένο με ανοιχτή αγκαλιά· ήταν πολύ συνεργάσιμοι και καθόλου καχύποπτοι. Με την ομάδα μου δε ήταν ακόμη πιο θερμοί: Έχουν απίστευτο σεβασμό προς την Ελλάδα και θα έλεγα πως είναι η μόνη χώρα όπου η μνήμη του Μεγάλου Αλεξάνδρου και το ελληνικό στοιχείο είναι τόσο έντονα στην κουλτούρα τους· μην ξεχνάμε ότι στο Αφγανιστάν υπάρχουν ακόμη αρχαίες ελληνικές πόλεις και ονόματα. Σκεφτείτε, επίσης, ότι το 80% των εκθεμάτων του Μουσείου της Καμπούλ, το οποίο είχε καταστραφεί από τους Ταλιμπάν, ήταν ελληνικά εκθέματα –αγάλματα, επιγραφές κ.λπ. Η έννοια του ελληνισμού είναι καταγεγραμμένη στο dna των Αφγανών».
«ΘΥΜΑΜΑΙ πως όταν είχα πάει στο Αφγανιστάν, οι γυναίκες αντιμετωπίζονταν χειρότερα και από ένα αντικείμενο· πράγμα που ξεκίνησε σιγά σιγά να αλλάζει. Για να καταλάβετε, κάποιοι Αφγανοί, οπαδοί των Ταλιμπάν, μού πούλησαν τη γυναίκα του αδελφού τους, τον οποίο στο μεταξύ σκότωσαν γιατί δεν ασπαζόταν τη δική τους ιδεολογία, για δύο χιλιάδες δολάρια -μία όμορφη γυναίκα, την οποία “αγόρασα” για να γλυτώσει τα φρικτά βασανιστήρια από αυτούς, και την είχα ως καθαρίστρια στο σπίτι όπου έμενα. Το δε ένα από τα παιδιά της ήταν αποτέλεσμα βιασμού από έναν από τους αδελφούς του συζύγου της. Τέτοια συνέβαιναν πολλά· ήταν καθημερινότητα στο Αφγανιστάν οι ξυλοδαρμοί στις γυναίκες, οι αδιανόητες βιαιότητες. Δεν μπορώ, ωστόσο, να μην αναφερθώ στην καθοριστική συμβολή της Sima Samar, λαμπρής Αφγανής, η οποία διετέλεσε πρώτη υπουργός Γυναικείων Υποθέσεων στο Αφγανιστάν, που η συμβολή της ήταν καθοριστική στη θέση των γυναικών στη χώρα, αλλά και σε άλλες γυναίκες που προσπάθησαν να αλλάξουν την αντιμετώπιση γενικότερα που είχαν οι γυναίκες τα προηγούμενα χρόνια, όσο διοικούσαν οι Ταλιμπάν –δεν είναι τυχαίο που μεγάλη μερίδα των γυναικών κατείχε μέχρι πριν λίγες μέρες θέσεις κλειδιά στη χώρα…Θυμάμαι ότι η μεγάλη πλειονότητα των γυναικών το 2001, που είχα πάει εγώ στο Αφγανιστάν, ήταν αμόρφωτες. Δημιούργησαν, λοιπόν, σιγά σιγά μικρές εστίες, όπου μία μορφωμένη γυναίκα, με κάποια μολύβια και τετράδια, τους μάθαινε τα βασικά –κι ήταν φανταστικό που σε πέντε με έξι μήνες αυτές οι γυναίκες είχαν βρει το γόνιμο έδαφος για να δείξουν πόσο αδικημένες ήταν τα προηγούμενα χρόνια στην κοινωνία».
«ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ που έμεινα στο Αφγανιστάν είχα περισσότερη επαφή με ανθρώπους από τη φυλή των Παστούν –τη μία από τις τέσσερις φυλές που ζουν στη χώρα. Είναι άνθρωποι πανέξυπνοι, με κλίση στην καλλιέργεια, φιλόξενοι· θυμίζουν την Ελλάδα της ανθρωπιάς. Αυτό που γίνεται τώρα με τους Ταλιμπάν δεν έχει καμία σχέση με αυτούς τους ανθρώπους. Αλλά έχουν ένα μειονέκτημα, όπως και οι Έλληνες: Τη διχόνοια. Και πάνω σ’ αυτή τη διχόνοια στηρίζονται κάποιοι εξωγενείς παράγοντες και δυνάμεις για να τους διαιρούν και να τους βασιλεύουν».
«ΕΧΕΙ ΑΠΙΣΤΕΥΤΕΣ ομορφιές το Αφγανιστάν! Το ’60 και το ’70 η Καμπούλ ήταν μια πανέμορφη πόλη ευρωπαϊκού χαρακτήρα: Με μπουλβάρ, με το ποτάμι της, με θέατρα, μέχρι και με τζαζ κλαμπ –όλα αυτά δεν υπάρχουν πια. Και μην ξεχνάμε ότι εκείνα τα χρόνια ήταν και ο παράδεισος των χίπυς. Αν σκεφτείτε πως τη δεκαετία του ’70 το Αφγανιστάν ήταν μία χώρα πολύ προχωρημένη, εφάμιλλη ευρωπαϊκών χωρών -καμία σχέση με τις όμορες ασιατικές χώρες, και αυτό είναι που πληρώνει σήμερα το Αφγανιστάν- φανταστείτε πόσο πίσω πήγαν τα πράγματα μετά, στην πορεία αυτού του κράτους».
«ΣΤΗΝ ΚΑΜΠΟΥΛ είχα φτιάξει ένα υπέροχο σπίτι, κοντά στην αμερικάνικη πρεσβεία, στο κέντρο της πόλης, ώστε να φιλοξενώ τους Έλληνες που έρχονταν και τους επικεφαλής των ανθρωπιστικών οργανώσεων· ξεκίνησα ουσιαστικά να ζω σε μία πόλη που αναγεννάτο, κάτι σαν το Ναύπλιο του 1830 – πολλοί ξένοι, πολλοί ντόπιοι, κάτι “γεννιόταν” μέσα από τις στάχτες. Κάποιοι σοβαροί άνθρωποι μου έλεγαν τότε πως αυτή η “Άνοιξη”, το ότι φυτεύουμε σπόρους και σιγά σιγά θα μεγαλώσουν, δεν θα κρατούσε πάνω από είκοσι χρόνια –και να που βγήκαν φρικτές Κασσάνδρες».
«ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ οι Αφγανοί μού λένε στο τηλέφωνο αυτές τις μέρες ότι ζουν έναν δεύτερο θάνατο. Θα σας το πω με μια μεταφορά: Το Αφγανιστάν ήταν σαν ένα καμένο δάσος το 2001 στο οποίο άρχισε να φυτρώνει μια καινούργια κοινωνία -είτε από μόνη της είτε με τη βοήθειά μας- ξεκίνησε η “αναδάσωση”, και πάνω που είχε φτάσει πια στην ωριμότητά του, αυτό ξανακάηκε. Ως γνωστόν, στο για δεύτερη φορά καμένο δάσος δεν ξαναφυτρώνει τίποτα! Δυστυχώς, το Αφγανιστάν έχει τώρα πεθάνει διά παντός, θα υπάρχει μόνο ως όνομα στον χάρτη, δεν θα ξαναϋπάρξει ποτέ· θα είναι ένα γεωγραφικό κομμάτι του πλανήτη το οποίο απλώς θα ονομάζεται “Αφγανιστάν”, αλλά δεν θα έχει ταυτότητα –έχει σβήσει για πάντα. Κάποιοι θέλουν το Αφγανιστάν να είναι μία κενή χώρα για να τη χρησιμοποιούν για γεωπολιτικά παιχνίδια –και αυτό θα το δούμε λίαν συντόμως. Και τότε δεν θα μας απασχολούν οι κακόμοιρες οι γυναίκες, οι Ταλιμπάν ή το πολιτιστικό στοιχείο που θα εξαφανίζεται –αυτό θα είναι τίποτα μπροστά στο τι μέλλει γενέσθαι…».
xatzigeorgiou@yahoo.com
Φιλελεύθερα, 22.8.2021.