Το «επενδυτικό κεφάλαιο» που το προσκυνούν ευλαβικά ορισμένοι σαν νέα θρησκεία, δεν έχει εμπεδωμένο μοντέλο αειφορικής ανάπτυξης.
Ελάχιστες μελέτες έχουν γίνει για τις παρούσες και μελλοντικές ανάγκες της πόλης, ώστε να ανταπεξέλθει στις αυξανόμενες από την ανάπτυξη ανάγκες. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην κατά μήκος παράκτια λωρίδα-βιτρίνα του παραλιακού μετώπου, αλλά σε επίπεδο εδαφικής συνοχής-ένταξης και των μεσόγειων περιοχών.
Θυμάμαι μια επίσκεψη μου σε λύκειο, όπου μιλήσαμε για σύγχρονες πόλεις. Προέκυψε μέσα από τη συζήτηση πόσο λαχταρούσαν τα παιδιά να πάνε παρέα με τα ποδήλατα τους στη θάλασσα, από το αποκομμένο προάστιο στο οποίο κατοικούσαν. Καταλήξαμε σε ευφάνταστους τρόπους δημόσιας διακίνησης αλλά και στο «Μα κυρία, δεν υπάρχουν λεφτά». Τι ραγίζει στην ψυχολογία ενός παιδιού όταν ως επόμενη γενιά γνωρίζει ότι η νυν δεν πρόκειται να επενδύσει σ’ αυτήν; Οικονομικές μελέτες έχουν πια αποδείξει ότι όταν πολλοί συμβιβάζονται για κάποιο προσωπικό όφελος, διαβρώνεται η ποιότητα του συνόλου και το ποσοστό που χάνουν οι ίδιοι είναι απείρως τεράστιο.
Βλέπουμε συνέχεια εικόνες από ψηλά, μιας «άλλης Λεμεσού» όπου δεν υπάρχει φύλλο πράσινο, η θάλασσα έχει οικοπεδοποιηθεί σε μικρά ορθογώνια που καθρεφτίζονται στα τζάμια των ψηλών κτιρίων, ενώ μετατρέπεται σε δίαυλο διακίνησης εμπορικών, πολεμικών πλοίων, πετρελαιοφόρων, πλωτών γεωτρύπανων, μπροστά από τα οποία εξακολουθούμε να κολυμπούμε. Δεν αντικρίζουμε πια πρόοδο αλλά εξέλιξη: τα δύο δεν πρέπει να συγχέονται. Ας μετρήσουμε τι έχει χάσει η πόλη τα τελευταία 100 χρόνια:
– Οι οικιστικές μονάδες από χώροι κοινωνικής συμβίωσης – συναναστροφής έχουν γίνει στοιβαγμένα μπετονένια κουβούκλια. Οι λόγοι για την κατασκευή τους τα καταδικάζουν να μείνουν άδεια, οπότε δεν θα δούμε να αναπτύσσονται ως νέοι κοινωνικοί πυρήνες. Υπάρχει όμως κίνδυνος η ανικανότητα να αποσβεστεί η δημόσια επένδυση των δικτύων κοινής ωφέλειας προς αυτά, να μετακυλήσει στους δημότες. Έχει συμβεί κι αλλού η ιδιωτικοποίηση του κέρδους να μετατρέπεται σε κοινωνικοποίηση της ζημιάς.
– Εκδηλώνεται αδιαφορία για τον κοινωνικό ιστό της πόλης των προσκυνητών στις «επενδύσεις» για τον δημόσιο χώρο γύρω από τα κτήρια που έχει μετατραπεί σχεδόν αποκλειστικά σε ανοικτό οχετό διακίνησης αυτοκινήτων, όπου ο καθένας διακινείται στο μεταλλικό κουβούκλιό του.
– Η παραθαλάσσια περιοχή είχε άφθονο γλυκό νερό και πηγές που πότιζαν περιβόλια. Θυσιάστηκε το νερό για τους υπόγειους χώρους στάθμευσης: οι κάτοικοι των πολυώροφων εισέρχονται από τα υπόγεια μέσω ανελκυστήρων χωρίς να χρειαστεί η επαφή τους με τον υπαίθριο ισόγειο δημόσιο χώρο της πόλης.
– Πριν μερικές μόνο δεκαετίες, δεκάδες πιτσιρίκια των γειτονιών έπαιζαν στους δρόμους, στη θάλασσα, στις αποβάθρες. Τα παιδάκια τα παίρνουν πια σηκωτά, τα εναποθέτουν στην παραλία και τα ξαναπαίρνουν πίσω στο τσιμεντένιο κουβούκλιό τους. Τι ενήλικες θα γίνουν;
– Οι τόνοι από μπετόν αλέθουν άλλα οικοσυστήματα και γεωλογικά μορφώματα στην ενδοχώρα, καταστρέφοντας και τα εκεί οικοσυστήματα.
– Η θάλασσα άρχισε να μολύνεται χωρίς να ανακόπτονται οι λόγοι. Σε λίγα χρόνια ακόμη, θα την βλέπουμε μόνο ως εικόνα, έχει συμβεί και αυτό αλλού.
– Θυμάμαι χελιδονόψαρα, γλάρους, εκατοντάδες σπουργίτια και πετροχελίδονα. Κανένα από τα πρώτα δύο δεν απαντώνται πια, ελάχιστα παραμένουν ή επιστρέφουν, από τα τελευταία.
– Να προσθέσουμε ότι σήμερα είναι ευκολότερο να αγοράσεις φρούτα εισαγόμενα. Υπάρχει τεράστια υποβάθμιση στην τροφοδοσία των ίδιων προϊόντων από τα γύρω χωριά. Το φαινόμενο αυτό περιγράφεται ως παθολογία των πόλεων με τον όρο «food deserts» (έρημοι τροφίμων). Αναφέρεται συνήθως σε υποβαθμισμένες περιοχές διότι είναι ανήκουστο να μην υπάρχει ευρέως διαθέσιμη ντόπια φρέσκια παραγωγή.
Χάνεται το νερό, η γη, τα ζωντανά, η φρέσκια παραγωγή. Μένει ένα απονεκρωμένο τεχνητό τοπίο που βασίζεται σε πολύπλοκες συγκυρίες προμήθειας τροφίμων, υπηρεσιών, και εμφιαλωμένου νερού. Σταδιακά θα εκλείψουν οι βιώσιμοι τρόποι τροφοδοσίας αφού το κόστος συνέχεια ανεβαίνει. Παλαιώνονται δίκτυα, ιδιωτικοποιείται η προσφορά. Και όταν αποφανθεί το κεφάλαιο ότι δεν συμφέρει, θα εγκαταλειφθούν. Αυτά όχι σε κάποιο μελλοντικό απροσδιόριστο χρόνο.
Πράγματι από ψηλά η πόλη παρουσιάζει μια τεχνητή ανέλιξη. Η πορεία της ως εδώ πλάστηκε από πολιτικά συστήματα όλων των παρατάξεων, με ατομικές και συλλογικές διευκολύνσεις, με προσωπικά ή και κομματικά ανταλλάγματα. Μεθοδεύεται τα τελευταία 40 χρόνια περίπου. Στις ιστορίες των πόλεων αυτή η χρονική περίοδος, μακράς διάρκειας (longue durée) ανιχνεύεται εύκολα στον κύκλο ανάπτυξης και παρακμής η οποία επεξηγείται συχνά από τα «Mη βιώσιμα, μη φιλικά στο περιβάλλον συστήματα διαχείρισης» (Non-sustainable, non-convivial development systems). Η «ανάπτυξη» παρ’ όλες τις όποιες υποσχέσεις «εμπλοκής πολιτών» θα ακολουθήσει μια σπασμωδική κατηφορική πορεία αν δεν αναχαιτιστεί με ειλικρινή επίγνωση, συνέπεια και θάρρος. Η πόλη θα συνεχίσει για αρκετές ακόμη δεκαετίες ώστε αυτοί που ξεκίνησαν το χάος να ξεχαστούν, και τα αποτελέσματα των πράξεών τους να τα κληρονομήσουν τα εγγόνια τους. Υπάρχουν όμως και πόλεις, όπως η Βενετία, η Φιλιππούπολη, η Σεβίλλη, η Qabala, το Σκουτάρι οι οποίες, παρά τις δυσκολίες τους, ευημερούν πάνω από 2000 χρόνια. Αλλά αυτές πλάθονται με άλλη φιλοσοφία ανάπτυξης.
Η φωτογραφία είναι από τη Σελίδα #Η Λεμεσός.
* Η Σεβίνα Φλωρίδου είναι αρχιτέκτονας, με ειδικότητα στην πολιτιστική κληρονομιά.
Φιλελεύθερα, 22.8.2021.