Παύλος Φ. Ιωαννίδης, «Ευχές και Κατάρες», Εκδόσεις Εν Τύποις, 2021. 

Το νεοεκδοθέν βιβλίο του ακαταπόνητου ευπαίδευτου συγγραφέως Παύλου Φ. Ιωαννίδη «Ευχές και Κατάρες» συνιστά μιαν πρόσθετη σημαντική κατάθεση στο θησαυροφυλάκιο της λαϊκής πνευματικής μας κληρονομιάς. Συγκεκριμένα, είναι η τρίτη κατά σειράν συγγραφική του συνεισφορά, που δωρίζει πολύτιμο οβολό εμπλουτισμού στην κυπριακή λαογραφική βιβλιογραφία.

Κατ’ αρχήν, την εκτεταμένη μελέτη του «Πασχαλινά Παιγνίδια στην Πάφο», δημοσιευμένη στο «Δελτίον Κυπριακών Σπουδών» (τόμος ΜΓ΄, 1979), συμπλήρωσε με την επαυξημένη και εικονογραφημένη έκδοση το 2019 της εμπεριστατωμένης ερευνητικής του εργασίας «Παιδική Λαϊκή Ποίηση μέσα από τα Παιδικά Παιγνίδια», για να ακολουθήσει με την ίδια επιστημονική μέθοδο επεξεργασίας η δημοσίευση μιας άλλης λίαν ενδιαφέρουσας θεματικής, η οποία προέκυψε από το συγκεντρωμένο επί χρόνια λαογραφικό του υλικό.

Ήταν τότε, όπως σημειώνεται στην εισαγωγή, που την πενταετία (1969-1974) ο συγγραφέας διετέλεσε επιθεωρητής Δημοτικής Εκπαίδευσης στην επαρχία Πάφου και όπου αξιοποίησε την ευμενή συγκυρία της συλλογής και αποθησαύρισης και αυτών των πτυχών της προφορικής πολιτισμικής μας κληρονομιάς. Σε συνεννόηση με τους δασκάλους 74 σχολικών μονάδων, δόθηκαν μαζί με τις δέουσες κατευθυντήριες γραμμές τα κίνητρα παρώθησης των μαθητών των τριών ανωτέρων τάξεων, ώστε να εντοπίζουν και να καταγράφουν από το οικογενειακό και ευρύτερο περιβάλλον της κοινότητάς τους αυθεντικές εκφράσεις ευχών και κατάρων, χωρίς γλωσσικές διαφοροποιήσεις ή γραμματοσυντακτικές επεμβάσεις.

Τοιουτοτρόπως, μέσω της παιδαγωγικής-μορφωτικής αυτής προσέγγισης, τους είχε καταστήσει όχι μόνο μικρούς ερευνητές, αλλά και συνεχιστές της πολυσχιδούς λαϊκής μας παράδοσης λόγω της δημιουργικής επινόησης και δικών τους παρεμφερών φράσεων του είδους, όπως αξιολογικά εικάζεται στην παρούσα μελέτη με την επισήμανση της δυσκολίας του διαχωρισμού μεταξύ παλαιότερης και νεότερης ταυτοποίησης. Ευχής έργον, κατά τον συγγραφέα, η συνέχιση της ερευνητικής προσπάθειας και σε άλλες κοινότητες της Κύπρου όσο οι μνήμες συντηρούν αυτούσιες τις γηγενείς μας παρακαταθήκες.

Στη συγκροτημένη δομή του βιβλίου προτάσσονται οι στόχοι της έρευνας, η έννοια και η σημασία των ποικιλόμορφων ευχετικών και αφοριστικών αυτών ευσεβοποθισμών με τη συχνή επίκληση θεϊκών ή υπερφυσικών μαγικών δυνάμεων, καθώς και η αριθμητική κατά θεματικές ομάδες κατηγοριοποίησή τους σε σύγκριση με την ταξινομική αποτίμηση μεγάλων λαογράφων ως προς τις ευχές και κατάρες, που επιχωριάζουν σε περιοχές της Ελλάδας. Η στοχοθέτηση εστιάζεται κυρίως στη σημασία τους υπό ψυχολογική, συναισθηματική, κοινωνική και ιστορική έποψη, ο σχολιασμός των σημαινομένων τους και η εξαγωγή συμπερασμάτων για την ψυχοσύνθεση γενικά του λαού που τις διατύπωσε, φορτισμένος με διαφορετικά εκάστοτε συναισθήματα και έντονες επιθυμίες ευόδωσής τους.

Οι 534 καταμετρημένες ευχές, που στοιχειοθετούν το δεύτερο κεφάλαιο, διατρέχουν με την ολιγόγραμμη επιγραμματική αποτύπωσή τους μιαν πολύχρονη αδιάσπαστη πορεία από τα Ομηρικά έπη, την προχριστιανική και τη χριστιανική εποχή έως τη βυζαντινή περίοδο και τα δημοτικά τραγούδια μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Οι 424 εξ αυτών ταξινομήθηκαν, σύμφωνα με το περιεχόμενό τους σε 13 ανισόριθμες ομάδες και αφορούν σε ευχές από τον Θεό, τον Χριστό, την Παναγία και τους αγίους, ευχές από τους γονείς και για έκφραση εκτίμησης και σεβασμού, οικογενειακή ευτυχία, πραγματοποίηση επιθυμιών, προκοπή, καλή τύχη, ευτυχία και χαρά, σωματική υγεία και ομορφιά, μακροζωία, απόκτηση αξιωμάτων και επαγγελματική αποκατάσταση, για ευημερία και απόλαυση πλούτου έως και υπερβολικές ευχές για κατάκτηση βασιλικού θρόνου.

Μετά την παράθεση τής ως άνω ομαδοποίησης, αντιπαραβάλλονται προς τις κυπριακές ευχές με παρόμοια νοηματοδότηση ευχές από το Βυζάντιο και διάφορα μέρη του νησιωτικού και ηπειρωτικού Ελληνισμού. Οι 110 υπόλοιπες έμμετρες ευχές, που, χωρίς να παρουσιάζουν λογοτεχνική αξία, απηχούν παραπλήσιες θείες επικλήσεις και γονικούς ενδόμυχους πόθους, στοργικές νουθεσίες και πειστικές υποδείξεις, ομαδοποιούνται αναλόγως προς τον αριθμό των στίχων τους, από δίστιχες μέχρι πεντάστιχες και άνω ευχές. Ο συγγραφέας συμπεραίνει με αριθμητικά κριτήρια ότι οι περισσότερες ευχές σχετίζονται με την ευημερία προσπόρισης υλικών αγαθών.

Ενδεικτικά σταχυολογούμε τόσο από την πρώτη όσο και από τη δεύτερη ταξινομία των ευχετικών προσρήσεων, όπου ο αναγνώστης μπορεί να προσδιορίσει την εύληπτη νοηματική τους κατάταξη: «Να σε γλέπει τζιαι να σε σιέπει ο Θεός». «Κάρβουνον να πιάννεις τζιαι μάλαμα να γένεται».  «Που νά ’σιεις την ευκούλλαν μου/ τζιαι να σε δω ’κονόμον/ τζαι να κρεμμάζεις το βρουλλίν/ που πίσω που τον νώμον».

Οι κατά 3.5 φορές περισσότερες κατάρες, που ήτοι ανέρχονται στις 1873, εξετάζονται στο τρίτο κεφάλαιο με ενδελεχή προϊδεαστικό σχολιασμό της εννοιολογικής και ιστορικής τους προέκτασης. Είναι η ταυτισμένη με την Ερινύα Αρά των αρχαίων Ελλήνων, οι εντάφιες κατάρες σε ενεπίγραφες πλάκες και το ανάθεμα της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, που έχει διαιωνιστεί στον εκκλησιαστικό αφορισμό.

Ισχυρότερη ωστόσο κατάρα, υπομιμνήσκει ο συγγραφέας, είναι της μάνας προς το παιδί της, όπως εμφαίνει και η κυπριακή παραλλαγή του γνωστού δημοτικού τραγουδιού: «Ανάθθεμάν σε Κωνσταντά τζιαι πάλ’ ανάθθεμάν σε/ απού μου την εξόρισες την κορασιάν στα ξένα». Εκτός από τις 72 έμμετρες και εδώ κατάρες, η ταξινόμηση αφορά κατά πλειονότητα σε σωματικά παθήματα, σε διάφορα κακά, τιμωρίες, παθήματα από τη φύση και από ζώα, υλικά, ηθικά και ψυχικά παθήματα, παθήματα με θεϊκή επίκληση και από κατώτερες δυνάμεις, τον θάνατο και διάφορες άλλες κατάρες.

Σε κεχωρισμένη επί πλέον κατηγορία ανήκουν οι κατάρες για τα οικιακά ζώα, όπου καταγράφονται επίσης ηχοποιητικά επιφωνήματα, επιφωνηματικές εκφράσεις και καταριστικές λέξεις.

Διαφωτιστικά τα δέκα Παραρτήματα για τις κατάρες και τις ευχές στη φραστική και σημασιολογική τους διαχρονία, το επεξηγηματικό Γλωσσάρι και η Βιβλιογραφία εμβριθών μελετών στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου.