Το βιβλίο του γνωστού Κλινικού Ψυχολόγου-Δραματοθεραπευτή και πολυγραφότατου συγγραφέως Άθου Ερωτοκρίτου για τη ζωή, τη δράση, το αγωνιστικό ήθος και το ποιητικό έργο του Δώρου Λοΐζου μέσα από μιαν ψυχογραφική οπτική επιστεγάζουν οι τελευταίες υπομνήσεις των αδιάψευστων βιωματικών μαρτυριών του αείμνηστου Βάσου Λυσσαρίδη σε σχέση με την άναντρη δολοφονία του ηρωικού συναγωνιστή του. Μεταξύ άλλων αντικειμενικών αποτιμήσεων ο συγγραφέας επισημαίνει στον πρόλογό του: «Ο Ποιητής της Ελευθερίας ανταμώνει με τον Λεύτερο Ποιητή σ’ ένα συναπάντημα “πέραν από τον θάνατο”, μέσα από τις “μνήμες που δεν κοιμήθηκαν ποτέ”, γιατί επέζησαν οι ιδέες που δεν δολοφονούνται ποτέ και που μέσα σ’ αυτές επέζησαν και οι σημαιοφόροι της Αντίστασης, κερδίζοντας την Αθανασία ή Επανάσταση, για να συνεχιστεί έτσι το πνεύμα της Αντίστασης του Λαού μας.». Σε νοηματική προέκταση και ως προανάκρουσμα των 150 σελίδων, που ακολουθούν, το αναθηματικό ποίημα του Γιατρού «Στον Δώρο» με τους εμβληματικούς στίχους των αιχμηρών αλληγορικών αφορισμών: «Φίλε Δώρο,/ καλά εσύ έφυγες νωρίς,/ με δεκατρείς σφαίρες παράσημα,/[…]/Στον Άδη δικαστής κι όχι κρινόμενος,/ κάθε βράδυ δραπετεύεις μα πόσοι/ ξέρουν τη γλώσσα των νεκρών;/ Στον Πενταδάκτυλο να σβήσεις την/ κατοχική σημαία/[…]».

Το προοίμιο του πρώτου κεφαλαίου, που επιγράφεται με τους αξιολογικούς προσδιορισμούς «Δώρος Λοΐζου: ο γενναίος, ο ασυμβίβαστος, ο άνθρωπος, ο αγωνιστής, ο μάρτυρας, ο ποιητής, ο Αθάνατος», σε αντιστικτική επίσης συνήχηση με τους «επαναστατικούς» στίχους του Δώρου: «[…]/Επανάσταση./ Ναι γρήγορα, για όνομα του Θεού./ Γρήγορα μια σημαία./ Επανάσταση.». Από όσα βιογραφικά τεκμήρια καταγράφονται ευσύνοπτα για τον Δώρο Λοΐζου, που δολοφονήθηκε από εφιάλτες της Κύπρου εκείνο το πρωινό της 30ης Αυγούστου του τραγικού 1974, ενώ οι σφαίρες στόχευαν τον Λυσσαρίδη, σημειώνουμε τα εξής ενδεικτικά των πανανθρώπινων ιδεών και των πατριωτικών του αγώνων για «Ψωμί και Ελευθερία», σύμφωνα και με τον ταυτόσημο τίτλο της μεταθανάτιας έκδοσης των ποιημάτων του.  

Κατ’ αρχήν, μετά την επιστροφή του στην Κύπρο από τις σπουδές του στη Βοστώνη, το 1972 και επί δικτατορίας στην Ελλάδα, και αφού είχε συνδεθεί με το αντιστασιακό Κίνημα της ΕΔΕΚ ως Γραμματέας της Σοσιαλιστικής της Νεολαίας και διευθυντής της εφημερίδας «Σοσιαλιστική Έκφραση», είχε επίγνωση του κινδύνου που διέτρεχε η ζωή του· λίγες όμως μέρες πριν τη δολοφονία του τόνιζε στην Αμερικανίδα σύζυγό του Βαρβάρα Μπελ Λοΐζου με ευψυχία προγονικής αρετής και ενσυνείδητης τόλμης: «Εμείς οι Έλληνες δεν φοβόμαστε τον θάνατο» και «Είμαι πέραν από τον θάνατο».

Ατρόμητα προορατικός για το μοιραίο συμβάν, όπως καταφαίνεται στους στίχους του, που συγκροτούν μιαν ποίηση φιλελεύθερων οραματισμών και φιλοσοφικών στοχασμών με επίκεντρο τον άνθρωπο, τη δικαιοσύνη και τη γενναιοδωρία. Ευστόχως και ex officio ο Ερωτοκρίτου την ερμηνεύει με προσφυή παράθεση ποιημάτων, εμβαθύνοντας στην ψυχολογική-ανθρωποκεντρική της έκφραση, που γίνεται έμπρακτη προσφορά στον συνάνθρωπο, αναγόμενη από το Εγώ και το Εσύ στο Εμείς για το κοινό καλό. Το είχε αποδείξει ήδη ο ήρωας-ποιητής, όταν εκ μέρους των φοιτητών του Ελληνικού Κολλεγίου της Μασαχουσέτης έστειλε στον τότε Πρόεδρο Νίξον επιστολή να σταματήσει τον πόλεμο στην Ινδοκίνα, αφήνοντας τους ανθρώπους να ζήσουν. Ένα σημαντικό κείμενο, που κυκλοφόρησε ως έγγραφο του Κογκρέσου. 

Πλην των όσων γράφει σε δημοσίευμά του ο στενός φίλος του Δώρου Γιώργος Νικολάου για τις δημιουργικές δραστηριότητες και τις συγγραφικές του επιδόσεις στην πρωτοπορία των νέων στο τέλος της δεκαετίας του1960, εξόχως συγκινητικά και αποκαλυπτικά είναι τα όσα μοιράζεται με τον συγγραφέα η Αθηνούλα Λοΐζου-Λυμπουρή τόσο για τα μίσθαρνα όργανα της ΣΙΑ, τους γνωστούς-άγνωστους δολοφόνους του αδελφού της, για την ένταξή του στην Α.Ν.Ε. ως μαθητής του Παγκυπρίου Γυμνασίου και τη συγγραφή ποιημάτων για την πατρίδα και την ελευθερία, τη συστηματική ενασχόλησή του με την αρθρογραφία, όπως και για τα ιδεαλιστικά του πρότυπα, μεταξύ των οποίων ο μέντοράς του Βάσος Λυσσαρίδης. 

Στο εκτενέστερο δεύτερο κεφάλαιο υπό τον ομώνυμο τίτλο του βιβλίου και διανθισμένο με περισσότερα φωτογραφικά ντοκουμέντα, αποτυπώνονται σε ευρεία αναφορά τα αγωνιστικά έργα και οι εναγώνιες ημέρες για τη λευτεριά της πατρίδας, τη φιλία και την ανθρωπιά, καθώς και ψήγματα από την ποιητική και εικαστική δημιουργία του ιστορικού ηγέτη της Κύπρου, που έφυγε πρόσφατα αλλά που «δηλώνει παρών»! Κομβικής, ωστόσο, σημασίας η ενότητα «Τι μας είπε ο Βάσος Λυσσαρίδης για τον Δώρο Λοΐζου», όπου μέσα από πηγαίες συνομιλίες, αυθεντικά σχόλια και εποικοδομητικούς διαλόγους ιστορούνται οι ακοίμητες μνήμες: τα δρώμενα και οι δραματικές στιγμές της δολοφονικής απόπειρας εναντίον του ηγέτη της ΕΔΕΚ–ύστερα από πέντε άλλες προηγούμενες απόπειρες εξόντωσής του– τόσο στη γέφυρα Κάνιγγος (νυν Δώρου Λοΐζου) όσο και στο Νοσοκομείο λίγο αργότερα, που ματαιώθηκε λόγω συρροής πολιτών, και της δολοφονίας εν τέλει του Δώρου. 

Πέραν από τα πρωτοσέλιδα εφημερίδων και τον συγκλονιστικό επικήδειο του Γιατρού για τον αθάνατο ήρωα συναγωνιστή του, παρατίθεται από το βιβλίο του Κώστα Βενιζέλου «Δώρος Λοΐζου–οι δολοφόνοι κυκλοφορούν ελεύθεροι (2019) η καταγγελτική του ομιλία στην ολομέλεια της Βουλής (4 Μαρτίου 1976) για παραπλανητικές πληροφορίες και τις βαρύτατες ευθύνες της Αστυνομίας ενώπιον ενός στυγερού εγκλήματος που παραμένει ανεξιχνίαστο. Εις επίρρωσιν τούτων οι τοποθετήσεις των Εζεκία Παπαϊωάννου  και Τάσσου Παπαδόπουλου. 

«Στόχος ήταν ο θάνατος της Αντίστασης», όπως επιλογικά επισημαίνεται διά στόματος τού εσαεί παρόντος Βάσου Λυσσαρίδη.