«Ο γιος» του Φλοριάν Ζελλέρ σε σκηνοθεσία Μόνικας Μελέκη.
«Αν υπάρχει κόλαση πάνω στη γη, αυτή βρίσκεται στην καρδιά ενός μελαγχολικού» έγραφε ο Άγγλος λόγιος Ρόμπερτ Μπάρτον, που έμεινε στην ιστορία για τη φιλοσοφική πραγματεία «Η ανατομία της μελαγχολίας». Φέτος συμπληρώνονται 400 χρόνια από την πρώτη έκδοση του περίφημου αυτού συγγράμματος (1621), που επιχειρεί όχι μόνο να χαρτογραφήσει με εγκυκλοπαιδική λεπτομέρεια τη σκοτεινή ασθένεια της κατάθλιψης, αλλά και ν’ αποκρυπτογραφήσει το παλίμψηστο των πιο μύχιων ανθρώπινων συναισθημάτων και σκέψεων.
Ο Γάλλος συγγραφέας Φλοριάν Ζελλέρ βρίσκεται τα τελευταία χρόνια «καβάλα στ’ άλογο» μετά το Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου (για διασκευή δικού του έργου μάλιστα) που μοιράστηκε με τον Κρίστοφερ Χάμπτον για τον «Πατέρα». Έχει δει τα θεατρικά του έργα ν’ ανεβαίνουν σε 45 γλώσσες, γεγονός που τον καθιστά τον πιο εξαγώγιμο σύγχρονο θεατρικό συγγραφέα της Γαλλίας. Από αυτή τη Ζελλέρ-μανία όχι μόνο δεν ξέφυγε η Κύπρος, αλλά από τότε που κατέφθασε στο θεατρικό μας «στρουμφοχωριό» ανέβηκαν μέσα σε δύο χρόνια τέσσερα έργα από τρεις θεατρικές ομάδες. Με το πιο πρόσφατο έργο του, τον «Γιο» που ανεβάζει το Θέατρο Σκάλα σε σκηνοθεσία Μόνικας Μελέκη, ολοκληρώνεται μια άτυπη τριλογία που συντίθεται με τον «Πατέρα» και τη «Μητέρα» που ανέβασαν αντίστοιχα ο Μαρίνος Ανωγυριάτης στο Θέατρο Ένα κι ο Ανδρέας Αραούζος στο Θέατρο Διόνυσος το 2019. Κι αν ο «Πατέρας», όπως και το «Μετά την καταιγίδα» που επίσης ανέβασε το Θέατρο Ένα, καταπιάνεται με την άνοια, αν η «Μητέρα» καταπιάνεται με την αντάρα της μέσης ηλικίας, ο «Γιος» αγγίζει ένα υπερευαίσθητο και ακόμη πιο θλιβερό θέμα: την εφηβική κατάθλιψη.
Σε όλα τα έργα του, αφού ανατέμνει χωρίς αναισθητικό τις δυναμικές των οικογενειακών σχέσεων, ο συγγραφέας αφήνει τον θεατή να καταλαβαίνει περισσότερα από τους ήρωες, των οποίων η κρίση είναι θολωμένη από την αγάπη, την καταθορύβηση και την ασήκωτη ευθύνη της διαχείρισης μιας τόσο περίπλοκης αντιξοότητας. Παρόλο που πατάει το «γκάζι» της δυσθυμίας μέχρι το τέρμα, παρόλο που δεν επιτρέπει στον θεατή παρά ελάχιστα συναισθηματικά «ξαλαφρώματα» μέχρι και το σπαρακτικό υποθετικό τέλος, ο αμφιλεγόμενος Ζελλέρ γνωρίζει πώς να λαξεύσει τη μέλαινα χολή. Παράλληλα, δεν επιτρέπει τα «εύκολα» συμπεράσματα, δεν κατακρίνει τους ήρωές του και δεν τους καταλογίζει ευθύνες. Τους αφήνει ν’ αναρωτιούνται βασανιστικά τι πήγε λάθος. Ο φταίχτης δεν είναι ξεκάθαρος, πρόκειται πάντα για έναν συνδυασμό παραγόντων και καταστάσεων –όπως συμβαίνει δηλαδή και στην πραγματική ζωή. Αντλεί λίαν εύφλεκτο δραματικό υλικό από τον πόνο, την ανησυχία, την αναστάτωση, την τρομερή υπερένταση και τη φθορά που προκαλεί στις ανθρώπινες σχέσεις ο Γολγοθάς της διαχείρισης μιας δύσκολης συνθήκης.
Με άλλα λόγια, ξυπνά τους χειρότερους εφιάλτες μας με αξιοσημείωτη τεχνική και δομική ευχέρεια, φλερτάροντας πολύ ριψοκίνδυνα με τον συναισθηματικό εκβιασμό. Από εκεί και πέρα, ο (εκάστοτε) σκηνοθέτης βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού. Η αποστολή της σκηνοθέτριας και του Θεάτρου Σκάλα φαίνεται απλή αλλά δεν είναι: να αξιοποιήσει τη δραματική τσίτα χωρίς να διολισθήσει στον δακρύβρεχτο μελοδραματισμό. Είναι μια ένταση που κατοικοεδρεύει στα πιο ενδόμυχα συναισθήματα, στις εσώτατες συγκρούσεις. Στις σιωπές, τα βλέμματα, τις χειρονομίες, στα ιόντα στην ατμόσφαιρα κατά τη διάρκεια μιας καθημερινής, χαμηλότονης ενδοοικογενειακής προστριβής. Η Μόνικα Μελέκη, με προσεκτική κινησιολογία και ήρεμες σκηνοθετικές γραμμές, εστιάζει στην αποτύπωση του εσωτερικού κόσμου των ηρώων. Είναι μια ενδοσκοπική –συνεπώς ενδεδειγμένη- θεώρηση του ζελλερικού οράματος.
Για την εξασθένηση της φλόγας για ζωή του μονήρους εφήβου Νικολά μπορεί να ευθύνεται ο κλονισμός κι ο διχασμός του κόσμου του μετά των χωρισμό των γονιών του, αλλά μπορεί να είναι κάτι άλλο. Το «τι» κι οι επιπτώσεις του υπερτερούν του «γιατί». Ο Μάρκος Καλλής καταθέτει μια εναργή ερμηνεία, από μέσα προς τα έξω, αποτυπώνοντας το ψυχολογικό πορτρέτο ενός εφήβου που πέρα από τα φυσιολογικά σκαμπανεβάσματα στη διάθεση, τις μεταπτώσεις, τις αμφιταλαντεύσεις και μεταβάσεις παραδίδεται σταδιακά στο μαρτύριο της αλγηδόνας.
Παρά τη μακρά του πορεία στα υποκριτικά μας πράγματα, ο Σοφοκλής Κασκαούνιας χρειάζεται κάθε φορά να αποδεικνύει τις ικανότητές του. Αν παλιότερα είχε με κάποιον τρόπο τυποποιηθεί, μερίδιο ευθύνης έχει και ο ίδιος. Πλέον, όμως, έχει δοκιμαστεί εκτενώς κι ευδοκίμως σε δραματικούς ρόλους, αποκαλύπτοντας και το καθόλου αμελητέο εύρος της ερμηνευτικής του παλέτας. Έχει σπάσει το καλούπι, σε σημείο μάλιστα που να έχει χάσει και σπινθήρες από την κωμική του φλόγα. Ανταποκρίνεται στα «θέλω» του πρωταγωνιστικού ρόλου του Πιέρ και της σκηνοθεσίας όντας καθοριστικά συγκροτημένος στην ενσάρκωση ενός πατέρα ευάλωτου, πελαγωμένου ανάμεσα στην ενοχή και την έγνοια, καθώς πασχίζει παράλληλα να κρατήσει τις λεπτές οικογενειακές ισορροπίες.
Η Σοφία της Μαρίας Φιακά προσπαθεί μάταια να στεγανοποιήσει το τρίγωνο της ευτυχίας της με τον Πιέρ και το νεογέννητο γιο τους από την εξωτερική αναμπουμπούλα. Η Νάτια Χαραλάμπους καλείται ν’ αποτυπώσει την πορεία συντριβής μιας ανταριασμένης και αφοπλισμένης μάνας. Ο δραματουργός επιλέγει ν’ αφήσει τον ρόλο αυτό σε δευτεραγωνιστική μοίρα. Διεκπεραιωτικός ως γιατρός ο Φοίβος Γεωργιάδης.
Ο Σοφία Χατζήπαπα υπέβαλε μια σκηνογραφική μελέτη που καθορίζει την όλη αισθητική της παράστασης. Τοποθετεί στη σκηνή τέσσερα γεωμετρικά στερεά, σαν κελιά χωρίς τοίχους, διαπεραστικά και κλειστοφοβικά ταυτόχρονα. Οι ήρωες είναι εγκλωβισμένοι, όχι όμως κι οι αγωνίες τους που ξεγλιστρούν για ν’ απλωθούν στη θεατρική αίθουσα και να μας κάνουν την καρδιά περιβόλι. Αποφαντικά συντονισμένο με την εσωτερική ένταση των χαρακτήρων το ηλεκτρισμένο ηχοτοπίο του Κωνσταντίνου Λεμέσιου.
Φιλελεύθερα, 13.6.2021