Η ταυτότητα και ο χαρακτήρας μιας θεατρικής ομάδας ή κοινότητας, καθορίζεται κυρίως από την επιλογή των έργων που επιλέγει να παρουσιάσει στους θεατές.

Όπως για ένα σκηνοθέτη, ένα διευθυντή θεάτρου, έτσι και για μια θεατρική ομάδα, υπάρχουν πέντε ερωτήματα στα οποία θα πρέπει να δοθούν ορθές απαντήσεις. Αυτοί που απαντούν λανθασμένα σε αυτές τις ερωτήσεις, είναι συνήθως εκείνοι που ασχολούνται με το θέατρο όχι για να ικανοποιήσουν το θεατρικό κοινό, αλλά για να ικανοποιήσουν το «εγώ» τους. Στο βαθμό που απαντούμε ορθά σε αυτά τα ερωτήματα με μια κοινωνική αντίληψη, τότε μπορούμε να συναντηθούμε με τους θεατές, μπορούμε να πούμε ότι κάναμε μια ρεαλιστική και σωστή δουλειά.

Τα 5 ερωτήματα είναι τα εξής:

  1. Γιατί επιλέγεται το συγκεκριμένο έργο;
  2. Τι θα πει και σε ποιους θα μιλήσει το συγκεκριμένο έργο;
  3. Πώς θα πει αυτά που έχει να πει;
  4. Ποια είναι η συγκυρία που θα ανεβεί το έργο και πως θα συλλάβει το πνεύμα των καιρών;
  5. Πού θα παιχτεί;

Το Θέατρο Αντίλογος, ο σκηνοθέτης Κώστας Σιλβέστρος και οι ηθοποιοί Γιώργος Κυριάκου και Ιζέλ Σεϊλανί, απάντησαν ορθά στα προαναφερθέντα ερωτήματα: και γι’ αυτό το λόγο κατάφεραν κάτι καλό, υγιές, γερό και λειτουργικό. Πραγματικά χάρηκα και συγκινήθηκα γιατί στο Θέατρο Αντίλογος είδα να υλοποιείται μια σκηνοθετική αντίληψη που βγαίνει από τις μεγαλύτερες μορφές του παγκόσμιου θεάτρου, μια αντίληψη που κι εγώ έμαθα από τους δάσκαλους μου και προσπάθησα να υλοποιήσω τα τελευταία 40 χρόνια.

Όποιο και να είναι το έργο που επιλέγεται, σε όποια εποχή και να γράφτηκε, εάν απαντηθούν ορθά τα πέντε βασικά ερωτήματα, τότε δεν μπορεί παρά να συναντηθούν οι καλλιτέχνες με το κοινό και την κοινωνία. Με αυτό τον τρόπο, αυτή θα είναι και η «στιγμή» που θα υλοποιηθεί στο μέγιστο η θεατρική τέχνη. Αυτό είναι που έπραξε το Θέατρο Αντίλογος με την παραγωγή του έργου «Περιμένοντας τον Γκοντό» και γι’ αυτό το λόγο ίσως να είναι και η παράσταση της χρονιάς. Γι’ αυτό το λόγο χειροκροτήθηκε.

Ο κριτικός και συγγραφέας Γιαν Κοτ, στο βιβλίο του «Ο Σαίξπηρ της Εποχής μας» τολμά ν’ αγγίξει αυτόν που δεν τόλμησε κανένας: τον ίδιο τον Σαίξπηρ και να μας δείξει πως μπορούν να παρουσιαστούν τα έργα του σήμερα. Μ’ αυτό τον τρόπο πρόσφερε στους σκηνοθέτες και δραματουργούς νέα ανοίγματα. Όμως όπως είπε ο μεγάλος δάσκαλος Μπρεχτ «εάν είσαι ικανός, τότε να το αγγίξεις… χωρίς μάλιστα να του μοιάσεις».

Αυτό έκανε και το Θέατρο Αντίλογος. Άγγιξε με μαεστρία τον Σάμιουελ Μπέκετ και τον έκανε συμπολίτη μας. Το μυστικό της επιτυχίας ήταν η βαθιά έρευνα για τις συνθήκες, την αντίληψη και τον τρόπο που γράφτηκε το έργο «Περιμένοντας τον Γκοντό» αλλά και η προσαρμογή του στην ιδιαίτερη μας πατρίδα, τον δικό μας τρόπο ζωής και τις δικές μας αντιλήψεις. Κι όλα αυτά έγιναν από το Θέατρο Αντίλογος με ομαδικό πνεύμα και μ’ ένα τόσο δύσκολο έργο.

Ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί κατάφεραν να προσφέρουν στο κοινό ένα έργο κατανοητό, μέσα από μια ξεκάθαρη και εκπληκτική γλώσσα. Η γλώσσα του θεάτρου είναι οικουμενική και σ’ αυτή την γλώσσα οι ηθοποιοί κατάφεραν να προσθέσουν και την οικουμενική γλώσσα του σώματος. Σ’ αυτές τις γλώσσες είναι που ενσωματώθηκαν τα ελληνικά και τα τουρκικά. Αλλά με τη δική μας διάλεκτο, τα κυπριακά. Χωρίς η μια γλώσσα να διεκδικεί την κυριαρχία της πάνω στην άλλη, κατάφεραν μέσα από τη διαφορετικότητά τους να εξηγήσουν τον πόνο τους στους θεατές.

Ο σκηνοθέτης Κώστας Σιλβέστρος κατάφερε να βοηθήσει τους ηθοποιούς να μεταδώσουν στους θεατές με απλότητα και τρόπο κατανοητό, το γενικά δυσνόητο κείμενο του έργου. Ο Γιώργος και ο Ιζέλ υλοποίησαν αυτή την αποστολή με απόλυτη επιτυχία. Οι κινήσεις, ο δυναμισμός, αλλά και η σιωπή τους δεν είναι τυχαία στοιχεία. Στόχος τους ήταν να μεταφέρουν στους θεατές την κοινή μας θλίψη και τα κατάφεραν. Υπηρέτησαν αυτό τον στόχο επίσης μέσα από τα ελληνικά και τα τουρκικά τραγούδια και νανουρίσματα, αλλά και μέσα από τους ρυθμούς των κινήσεων τους.

Ο χώρος στο Σπίτι της Συνεργασίας, ήταν κάτι που επίσης συμπλήρωσε τα πιο πάνω. Οι φωνές των «ευδιάθετων» στρατιωτών του ΟΗΕ, τα γαβγίσματα των σκύλων, η προσευχή από τα τζαμιά, αλλά κι ο τρόπος οι ηθοποιοί προσαρμόζονται ανάλογα των πιο πάνω συνθηκών, μπορούν την ίδια στιγμή να μας κάνουν να γελάσουμε και να προβληματιστούμε για την πατρίδα μας.

Αναρωτιέστε από πού προκύπτει ο καραγκιόζης σ’ ένα θέατρο του παραλόγου όπως αυτό; Είναι ο Κύπριος Μπέκετ… Ο Γκόγκο και ο Ντίντι μιλούν, συζητούν, τσακώνονται και τα ξαναβρίσκουν, θέλουν να φύγουν, αλλά επιστρέφουν, σκέφτονται ν’ αυτοκτονήσουν, αλλά μετά πάλι περιμένουν τον Γκοντό… Κι όταν δεν έρχεται, επαναλαμβάνουν τα ίδια. Λες κι είναι σαν εμάς. Κύπριοι με το παραπάνω.

  • Οι παραστάσεις συνεχίζονται μέχρι το τέλος Ιουνίου με περιορισμένο αριθμό θέσεων κάθε Τετάρτη, Παρασκευή και Σάββατο στις 7 το βράδυ, στο Σπίτι της Συνεργασίας, Για πληροφορίες και κρατήσεις: 99251331

* Ο Γιασάρ Ερσόι είναι θεατρικός συγγραφέας – σκηνοθέτης, ιδρυτής του Τουρκοκυπριακού Δημοτικού Θεάτρου Λευκωσίας