Ο Λευτέρης Τάπας παρά τον μαγευτικό τρόπο με τον οποίο συνομιλεί με το σκοτάδι, μοιάζει να συμμερίζεται την θέση του Γιώργου Γραμματικάκη πως ” όσο πληθαίνει το σκοτάδι, εμένα με απασχολεί το φως”.
Σε μια εποχή που όλοι κυνηγούν την ευκολία, ο Λευτέρης Τάπας επιμένει να δημιουργεί χειροποίητα έργα με κόπο και κίνδυνο να μην φτάσει στο τελικό αποτέλεσμα λόγω της ευθραυστότητας των υλικών, χωρίς βέβαια να αγνοεί την τεχνολογία. Η διακριτική χρήση του βίντεο και η πολύ επιτυχημένη ένταξη των προβολών στο χώρο της έκθεσης λειτουργεί εποικοδομητικά στην πραγμάτευση του θέματός του.
Το έργο στην συγκεκριμένη εικαστική πρόταση είναι ένα έστω κι αν το συναποτελούν διαφορετικά κομμάτια, καμωμένα από διαφορετικά υλικά. Τα έργα κοπτικής και ιδιαίτερα αυτό που απλωμένο στο τραπέζι παραπέμπει στη θάλασσα όπως και το άλλο που λες και αιωρείται ενώ κυματίζει ανεπαίσθητα, αποτελούν κομβικά σημεία στην ανάγνωση του έργου του. Βάζουν τον φιλότεχνο σ’ ένα παιχνίδι στην θέαση των έργων και του ιδίου μέσα στο χώρο.
Αυτό που αναδεικνύει την δουλειά του Λ. Τ. είναι η ευαισθησία με την οποία πραγματεύεται το θέμα του πέραν της οικολογικής ανησυχίας που διατυπώνεται με εύστοχο τρόπο. Εξάλλου το θέμα της σχέσης νύχτας -μέρας ή σκότους – φωτός έχει απασχολήσει διαχρονικά πολλούς δημιουργούς με διαφορετικές προσεγγίσεις. Πρόκειται για έργα που φέρουν την δική του αισθητική στην οποία κυριαρχεί η λιτότητα και το δυνατό συναισθηματικό φορτίο. Το έργο του μας συγκινεί με τον τρόπο που στέκεται στις λεπτές ισορροπίες που καθορίζουν τον συναισθηματικό μας κόσμο.
Περιπλανώμενος στην έκθεση του Λ.Τ. ένιωσα την ανάγκη να παραφράσω τον στίχο του Σεφέρη από την χειμωνιάτικη ακτίδα – κατά βάθος είναι ζήτημα νυκτός και όχι ζήτημα φωτός όπως σημειώνει ο ποιητής. Ο Τάπας με τον τρόπο που πραγματεύεται το θέμα του έστω κι αν δεν ήταν στις προθέσεις του, μας εξοικειώνει με το σκοτάδι. Το αποδεσμεύει από την ταύτιση με το κακό. Το οδοιπορικό της μετακίνησης από την νύχτα στην μέρα είναι μαγευτικό ακριβώς επειδή τίποτα δεν είναι δεδομένο. Κρύβει μια επικινδυνότητα που την απωθούμε.
Ο μεγάλος απόντας – παρόντας στον τρόπο που πραγματεύεται ο καλλιτέχνης την σχέση νύχτας – μέρας παραμένει ο άνθρωπος με περιορισμένη επίγνωση της ευθύνης του και της επίδρασης των συμπεριφορών του απέναντι στα φυσικά φαινόμενα.
Ο Τάπας δεν επιθυμεί να εξηγήσει την σχέση νύχτας και μέρας. Μαγεμένος από τον τρόπο που λειτουργούν τα στοιχεία της φύσης στον χρόνο λειτουργεί διερευνητικά. Παιδεύεται και παιδεύει το υλικό του για να φτάσει στο τελικό αποτέλεσμα χωρίς να επιθυμεί να αποσπάσει τα επιμέρους στοιχεία από το όλο, έστω κι αν τα οργανώνει σε επιμέρους σύνολα.
Στην έκθεση του Τάπα «Η ημέρα δεν διώχνει τη νύχτα” όπως σημείωσε πριν μερικά χρόνια σε έκθεση του ο Φαίδωνας Πατρικαλάκης. Η μέρα ξεκινά τη νύχτα. Η νύχτα όπως την προσεγγίζει δεν μας αφοπλίζει. Μας οδηγεί σε δρόμους μυστηριώδεις χωρίς να αφαιρεί την κάθε μας ενέργεια. Πρόκειται για το βασίλειο των σκιών, ένα τόπο εγρήγορσης.
Αυτά τα θραύσματα βουνού στον τοίχο φαίνεται να διανύουν το δικό τους δύσκολο ταξίδι παρόλο που μας γοητεύουν μέσα από την συνομιλία τους με το φως. Αντίκρυ σε μια απολιθωμένη ή κατακαμένη ίσως οροσειρά.
Ο Λευτέρης Τάπας παρά τον μαγευτικό τρόπο με τον οποίο συνομιλεί με το σκοτάδι, μοιάζει να συμμερίζεται την θέση του Γιώργου Γραμματικάκη πως ” όσο πληθαίνει το σκοτάδι, εμένα με απασχολεί το φως”. Το φως στην έκθεση του Τάπα δεν είναι εκθαμβωτικό. Θα το χαρακτήριζα φιλοσοφημένο. Μέσα από όμορφους ιριδισμούς ευφραινόμαστε προσωρινά σε μια στάση που επιθυμούμε να διαρκέσει όσο το δυνατό περισσότερο. Η κατάθεση του ίσως και να τελειώνει με το ερώτημα, τι είναι φως. Αυτό που μας προκαλεί τόση χαρά χωρίς ουσιαστικά να το γνωρίζουμε.
Λευτέρης Τάπας, «Η μέρα ξεκινά τη νύχτα», Δημοτικό Κέντρο Τεχνών 22 Μαΐου – 24 Ιουλίου 2021
Φιλελεύθερα, 20.6.2021.