«Εσμέ» του Σπυρίδωνος Περεσιάδη σε σκηνοθεσία Μαρίνας Βρόντη. 

Σε μια επετειακή χρονιά, που συνδέεται με τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση αλλά και τα 50 από την ίδρυσή του, ο ΘΟΚ επέλεξε να ρίξει μια ανανεωτική ματιά σ’ ένα κλασικό έργο της ελληνικής δραματουργίας του 19ου αιώνα. Όχι ιδιαίτερα προβεβλημένο, λόγω της ιδιογενούς θεματολογίας του, καθώς εξιστορεί τον έρωτα ενός χριστιανού και μιας μουσουλμάνας στα χρόνια του ξεσηκωμού. Το θέμα του έρωτα ενός Έλληνα για μια τουρκοπούλα ήταν επαρκώς τολμηρό για την εποχή που γράφτηκε το έργο και την εποχή που διαδραματίζεται και το αφύσικο είναι ότι παραμένει έτσι και στην εποχή μας, δύο αιώνες μετά, ιδιαίτερα σε μια Κύπρο που αφελώς εξακολουθεί να τυρβάζει ακρωτηριασμένη από τα πολιτικά συμφέροντα και τις εθνοτικές έριδες.

Το γεγονός ότι το έργο έμεινε στη σκιά της «Γκόλφως» και του «Αγαπητικού της Βοσκοπούλας» το «προστάτευσε» από τις πολλές και ποικίλες αναγνώσεις ανά τις δεκαετίες. Η «Εσμέ [η Τουρκοπούλα]» πρωτοανέβηκε από τον θίασο της Ευαγγελίας Παρασκευοπούλου το 1896, με το ολέθριο και ταπεινωτικό 1897 να πλησιάζει, σε μια εποχή δηλαδή με απόσταση μεν από τα δρώμενα του 1821 αλλά με τις δικές της φλέγουσες αφορμές για εθνικό αναστοχασμό. Ο Σπυρίδων Περεσιάδης συνδέθηκε με την εποχή της άνθισης του δραματικού ειδυλλίου το οποίο ανήγαγε τον ποιμενικό ρομαντισμό σε αντίβαρο προς την αστικοποίηση που είχε αρχίσει να δείχνει τα δόντια της. Τα εν λόγω έργα πρότασσαν την ύπαιθρο ως ακρογωνιαίο λίθο της αθάνατης ελληνικής ψυχής.

Στα βήματα του Δημήτριου Κορομηλά, ο τόνος του Περεσιάδη είναι αισθηματικός και έντονα μελοδραματικός, με στοιχεία από το ευρωπαϊκό θέατρο και την αρχαία τραγωδία. Εκεί που η Αντιγόνη του Σοφοκλή συναντά το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», αντλεί τα συστατικά που καθιστούν το είδος τόσο δημοφιλές στο κοινό: λόγος και αντίλογος, ψυχοσυναισθηματική κάθαρση, δραματική κορύφωση. Οπωσδήποτε με μια πρωτόλεια απλοϊκότητα, αλλά σμιλεμένος με τη φόρμα ενός εκλαϊκευτικού ηθογραφικού ρεαλισμού και ποτισμένος με τους χυμούς του εθνικού κορμού. Παράλληλα, ο συγγραφέας επιστρατεύει μια έξοχη δημώδη λαϊκή γλώσσα, σε ιαμβικό ανομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο, με ακούσματα από τα πολύ οικεία στον ίδιο Καλάβρυτα, καθώς διαβιούσε και δημιουργούσε στη γειτονική Ακράτα.  

Όλα αυτά ακούγονται ωραία, ειδικά για τον θεατή της δέκατης δεκαετίας του 19ου αιώνα. Στην πορεία, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, η δημοτικότητα του είδους άρχισε να φθίνει και νομοτελειακά καταχωνιάστηκε στο συρτάρι της λαϊκής παράδοσης. Για να το «ενοχλήσει» κάποιος πρέπει να έχει καλό λόγο, σωστές προθέσεις και δυναμικό όραμα, διαφορετικά κινδυνεύει να παρασυρθεί στον άπατο λάκκο ενός απολιθωματικού φολκλορικού ρομάντσου, βασισμένου σε χονδροειδείς και ασυνάρτητες σχέσεις.

Όσο ανανεωτική κι αν είναι η απόπειρα του ΘΟΚ, που ανατέθηκε στη Μαρίνα Βρόντη, σε καμιά περίπτωση δεν ακολουθεί τον δρόμο της αποδόμησης, του πειραματισμού και της επιθετικής ανατρεπτικότητας, για να κλονίσει τα θεμέλια του εθνικού αφηγήματος και να προσθέσει ακόμη ένα εξεζητημένο ή αυτοαναφορικό σχόλιο πάνω στα ζητήματα της ελληνικότητας και της ταυτότητας. Είναι δεδομένος ο σεβασμός στο αρχικό κείμενο και τις αρετές του, με μια αδιόρατη ωστόσο απομυθοποιητική και σατιρική διάθεση, αλλά και μια διακριτή απόσταση από τη νατουραλιστική προσέγγιση του Περεσιάδη. Ο ανανεωτικός άνεμος κατά τη διαδικασία αφομοίωσης του παραδοσιακού στοιχείου δεν είναι σαρωτικός, όπως ήταν λ.χ. αυτός του Σίμου Κακάλα. Είναι μπριόζος μεν και αρκετά ευρηματικός, αλλά και γωνιώδης, συγγενεύοντας αισθητικά με τη ματιά του Νίκου Καραθάνου.

Η εκφραστική ορμή παραμένει σε ιδεαλιστικό επίπεδο με τη σκηνοθέτρια να μη διστάζει να αναμετρηθεί με τη δραματικότητα, τη συμβολικότητα, την αθωότητα του κειμένου, αλλά αφού άμβλυνε τις στομφώδεις ακίδες του και αφαίρεσε τις περιττές αισθηματολογικές και ηθογραφικές αποτυπώσεις. Είναι μια νοσταλγική μεν, γειωμένη δε αποτύπωση, επαρκώς φρεσκαρισμένη, η οποία θέτει στο επίκεντρο την κοσμογονική ισχύ του ερωτικού πόθου καθώς αναμετριέται με την ύλη και την πεζότητα, την ανάγκη και το χρέος.

Βασικό όχημα για τη σκηνοθετική αυτή κατεύθυνση είναι φυσικά η μουσική πρόταση του Κώστα Κακογιάννη. Η περιγραφική, εθνολογικά τεκμηριωμένη καταγραφή του Περεσιάδη ταυτίζει τη φύση με τη διάθεση των ηρώων. Εκεί ακριβώς είναι που η ζωντανά παιγμένη μουσική, με όχημα τους αισθαντικούς στίχους του Πάμπου Κουζάλη, εντάσσεται οργανικά με ήχους διαχρονικούς και αιώνιους στο δρώμενο. Η δροσιά, η βουή του ανέμου, το θρόισμα των φύλλων στο Τρόοδος ταξιδεύει μέχρι τα Καλάβρυτα ακολουθώντας αρχαίους ανέμους και σύγχρονους λογισμούς. 

Τα κοστούμια του Γιώργου Γιάννου εντάσσονται κι αυτά στο υπερχρονικό αλληγορικό εγερτήριο του έρωτα που παρακάμπτει τις αγκαθερές συμβατικότητες. Το σκηνικό του είναι ένα τεράστιο δέντρο από σκοινιά στο κέντρο, ταυτισμένο με τη μητρική φιγούρα της Εσμέ, το οποίο θα πρέπει να ξεριζωθεί για να πραγματωθεί η κοινωνικά, φυλετικά και θρησκευτικά ανεπιθύμητη ένωση.

Με προεξάρχοντες τους δύο πρωταγωνιστές, Χριστίνα Παπαδοπούλου και Προκόπη Αγαθοκλέους, η περίκαλη υποκριτική –και φωνητική- ομάδα στέργει το σκηνοθετικό σκοπούμενο, γίνεται αγωγός του. Οι ηθοποιοί μεγεθύνουν τους χάρτινους ήρωες για να μπορούν μετά να εμβαθύνουν, να καρυκεύσουν τους χαρακτήρες κινούμενοι πάνω στην κόψη των διαφορετικών υφών, εκεί που η παράδοση συναντά το σύγχρονο.

Συχωρεμένα κάποια προβλήματα στον ήχο και την ακουστική, ελέω και του αιώνιου προβλήματος στη Σχολή Τυφλών με τους θορύβους της πόλης να εισβάλλουν κτηνοπρεπώς στο δρώμενο.