Ένα καυτό μεσημέρι στην περιοχή της Διεθνούς Κρατικής Έκθεσης.
Από την είσοδο είχε ξεκινήσει ο εκνευρισμός: Κάποια κυρία ζητούσε επίμονα το όνομα της υπαλλήλου που εξέταζε τα ραντεβού και παρέπεμπε τους αιτητές σε γκισέ με ορθογώνιο τζάμι μπροστά για προστασία από την πανδημία «για να την καταγγείλει» αφού δεν δέχονταν την υπογραφή της ίδιας αντί του συζύγου της που εργαζόταν εκείνη την ώρα στην οικοδομή για κάποιο επίδομα «που το δικαιούται!».
«Είναι στα χτίσματα ο άντρας μου, πού να τον βρω έτσι ώρα; Κι αν βγω τώρα έξω και υπογράψω εγώ την αίτηση πού ξέρετε ότι η υπογραφή είναι δική μου και όχι του άντρα μου;». «Τώρα που μου το είπατε, θα το έχω υπόψιν μου και δεν θα το δεχτώ». «Θα σε καταγγείλω!». «Να με καταγγείλετε γιατί δεν δέχομαι την παρανομία που θέλετε να κάνετε;». Ήταν και ο καύσωνας που χτύπαγε στα πρόσωπα, ήταν η ζεστή εκείνη αύρα που μπαινόβγαινε μέσα στο κτήριο κάθε τόσο που ανοιγόκλεινε η πόρτα για τις νέες αιτήσεις, ο ιδρώτας που έσταζε από τις μασχάλες όσων είχαν μεσημεριανό ραντεβού στο ΚΕΠ που ήδη είχε κλειστεί τηλεφωνικά εδώ και μέρες λόγω των μέτρων κατά του κορωνοϊού – ήταν όλα μαζί ένα προδιαγεγραμμένο κακό συναπάντημα. Τελικά, την αγνόησε –«συνηθισμένα», μάλλον, «τα βουνά»- και κοίταξε εμένα, δίνοντάς μου ένα τετράγωνο κίτρινο χαρτάκι με αριθμό: «Για την ανανέωση της Ευρωπαϊκής κάρτας ασθενείας, θα πάτε στο νούμερο τάδε».
Βουτηγμένη στην οθόνη του υπολογιστή της, η υπάλληλος δεν με κοίταξε ποτέ, σωστά ίσως και τηρώντας τους τύπους, αφού δεν πληρωνόταν για δημόσιες σχέσεις με τους πολίτες – δίπλα μας ένα νεαρό κορίτσι προσπαθούσε να διευθετήσει κάποιο επίδομα κηδείας ενός από τους γονείς της με μία στοίβα χαρτιά στα χέρια να ψάχνει κάθε φορά το καταλληλότερο για την περίσταση μήπως και κάποια στιγμή εγκριθεί, και ένα ζευγάρι με την ανήλικη κόρη τους να έχουν ήδη μπερδέψει τα ΚΕΠ Μακαρίου και Έγκωμης για το πού είχε γίνει αρχικά η αίτηση για την έκδοση ενός διαβατηρίου.
«Μα, δεν θυμάστε;». «Ξεχαστήκαμε». «Θα έπρεπε να πάτε πρώτα από εκεί να το παραλάβετε, εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε από εδώ». Ιδρώτας, ζέστη, air conditions στους 23 βαθμούς και κάποια μισάνοιχτα παράθυρα για να αλλάζει η ροή του αέρα σ’ ένα περιβάλλον που επέτεινε τον εκνευρισμό: «Εσείς, δεν μπορείτε να το φέρετε εδώ το διαβατήριο;». «Μα, πιο εύκολο είναι να πάτε οι ίδιοι στη Μακαρίου, παρά να σας κάνουν το delivery με τα πρωτόκολλα», τόλμησα να πω – τι το ‘θελα; Η νεαρή υπάλληλος ανακουφίστηκε βρίσκοντας ανέλπιστα συμπαραστάτη στο αιώνιο παράπονο των πολιτών που «έχουν πάντα δίκιο» έναντι των «βολεμένων δημοσίων υπαλλήλων» και σα να ‘θελε να πει «ευχαριστώ» απ’ τα ξερά απ’ τη ζέστη χείλη τα ανοιγόκλεισε.
«Κι εσείς γιατί ανακατεύεστε; Είναι υποχρεωμένοι να μας το φέρουν αυτοί!», είπε η σύζυγός βάζοντας το παιδί στα γόνατά της που ήδη διαμαρτυρόταν για την αναμονή. «Παράλογο; Λογικό;», είπα στην υπάλληλο μπροστά μου που ήδη εξέταζε την δική μου αίτηση, επιμένοντας με τη σιωπή της να μην πούμε κάτι πέρα απ’ τα τυπικά των αιτήσεων. Το προσπέρασε, λοιπόν: «Μου φέρατε τα original χαρτιά του προσωπικού σας γιατρού, βλέπω». «Μάλιστα». «Χωρίς σφραγίδα». «Υπάρχει, όμως, η υπογραφή». «Θα ρωτήσω την προϊστάμενη και θα σας πω αν τα δεχόμαστε». Απομακρύνθηκε, επέστρεψε, είπε τελικά πως θα τα δεχτεί «γιατί είναι τα πρωτότυπα απ’ το ΓΕ.Σ.Υ».
Πήρε το συρραπτικό στα χέρια, την απέτρεψα, «επειδή είναι τα original θα τα χρειαστώ φεύγοντας» της είπα μέσα από τη μάσκα. «Και στο επώνυμο, παρακαλώ, επειδή έχει δυσκολίες στην αναγραφή του στα αγγλικά, προσέξτε μην γίνει κάποιο λάθος», συνέχισα με τις υποδείξεις. Ούτε με κοίταξε, ούτε μου απάντησε, συνεχίζοντας το χτύπημα των δαχτύλων της με το γαλλικό μανικιούρ που απ’ το πρώτο μου «γεια σας» είχα παρατηρήσει, στο πληκτρολόγιο. «Ζέστη!», είπα πάλι, ως μία ακόμη αφορμή για να γίνει το ρομποτικό ανθρώπινο, όπως ρωτάς έναν άγνωστό σου να σου πει την ακριβή ώρα απλώς για να πιάσετε κουβέντα.
Απτόητη, προχώρησε και σε δεύτερη συρραφή. Κατέβασα τη μάσκα. «Ίσως να μην με ακούσατε. Δεν θέλω να στείλετε τα original χαρτιά στο Υπουργείο Υγείας γιατί προφανώς δεν έχω άλλα, πρέπει να τα βγάλουμε φωτοτυπία». «Και γιατί δεν τα βγάλατε φωτοτυπία όταν ήρθατε;», είπε εκνευρισμένη. «Λάθος μου, νόμιζα πως απλά εσείς θα βλέπατε τα χαρτιά, πείτε μου όμως πού υπάρχει ένα φωτοτυπικό να πάω να τα βγάλω εγώ, ένα περίπτερο εδώ κοντά, κάτι…Και, επίσης, επειδή δεν ξέρω τι γράφετε στον υπολογιστή σας τόση ώρα, προσέξτε μην γίνει ορθογραφικό λάθος με το επώνυμο και το ξαναφτιάχνουμε!». Πλέον ήταν φανερό πως την είχα βγάλει απ’ τη γραμμή ακολουθιών της – θα μπορούσε να εκληφθεί ως υποτίμησή της η συνεχής υπόδειξή μου, ναι. «Δεν είστε ο πρώτος που του κάνω αυτή τη δουλειά!», είπε κοιτώντας με για πρώτη φορά κατάματα καθώς σηκωνόταν για άλλη μια φορά από την καρέκλα της κατευθυνόμενη στο φωτοτυπικό μηχάνημα του ΚΕΠ, για κάτι που θα έπρεπε να είχα ετοιμάσει ήδη εγώ. Σχεδόν ένιωσα ενοχές για τις τρεις φωτοτυπίες και -λίγο η ζέστη, λίγο η αποπνικτική αύρα, λίγο η κηδεία παραδίπλα και το delivery του διαβατηρίου στο άλλο γκισέ που είχαν γίνει πολτός στο κεφάλι μου- ένα «αχ, θεέ μου!» βγήκε από μέσα μου διάχυτο – καμία δύναμη για διάλογο ή διαμαρτυρία δεν μου είχε απομείνει.
Επέστρεψε με τις φωτοτυπίες στα χέρια, εκτύπωσε τις νέες κάρτες ασθενείας, ξανασηκώθηκε για να τις ετοιμάσει, γύρισε και πάλι στη θέση της – πόσο την είχα ταλαιπωρήσει για κάτι παλιοκάρτες με τέτοιο καύσωνα. Τις άφησε πάνω στο γραφείο της: «Για δείτε τώρα, είναι σωστές;», βέβαιη για την δική της ορθότητα. «Ναι, είναι σωστές, σας ευχαριστώ πολύ», είπα και σηκώθηκα χωρίς να της ρίξω άλλη ματιά, χωρίς άλλη συζήτηση, χωρίς διαλόγους που υπό άλλες συνθήκες -κανονικού εξωτερικού περιβάλλοντος και όχι αποπνιχτικού- ίσως να της ήταν χρήσιμοι για τη ζωή γενικότερα, ίσως και να μαλάκωνε τον όποιο αχρείαστο εκνευρισμό. Στην έξοδο, είπα στην υπάλληλο που απειλήθηκε μισή ώρα πριν στο παράλογο της πλαστογραφίας «αν σας κάνει τελικά καταγγελία κρατήστε το τηλέφωνό μου ως μάρτυρα της παρανομίας που επιδίωξε» – γούρλωσε τα μάτια και δεν πίστευε πως ο πολίτης υποστήριζε μία «δημόσια υπάλληλο». «Γιατί αυτό ειν’ το δίκιο!», της είπα.
Από το νέο υποτυπώδες round about στο τέρμα της οδού Σεφέρη, περπάτησα προς τον στενό δρόμο που είχε το όνομα του πρώτου οικιστή της Μακεδονίτισσας προς το ιστορικό Μοναστήρι ανάμεσα στα άνυδρα κυπαρίσσια και παράλληλα προς το στρατόπεδο κάτω από τον Τύμβο. Προσκύνησα στο μικρό ξωκλήσι με τον ιδρώτα μου να στάζει μέσα στο αγίασμα και στάθηκα μπροστά από το κέντρο που άλλοτε ήταν σημείο αναφοράς για τους Λευκωσιάτες – μόνο το κουφάρι του είχε απομείνει και μία εκκρεμής μπουλντόζα μάλλον για να διαλύσει και εκείνο το ελάχιστο δείγμα της λιμνούλας που είχε απομείνει και που φωτογράφισα με το κινητό μου -εκεί που άλλοτε μού έκαναν τα παιδικά πάρτι γενεθλίων μου-, ώστε να αξιοποιηθούν τα κενά οικόπεδα, η πλούσια γη, η περιουσία της Εκκλησίας που δεν αφήνει τίποτα να ρημάζει στο διαφαινόμενο κέρδος απ’ τις παλλούρες γύρω μου μιας άλλη εποχής που δεν γνώριζε τότε τι εστί developers. Σχεδόν συγκινήθηκα πίσω από τα κάγκελα του παλιού πλούσιου κέντρου και τις στιγμές δόξας του που πλέον γίνονται κάθε μέρα μνημόσυνο. Σαν εκείνο το «danger» της λευκής ταμπέλας να αφορούσε την αναίτια νοσταλγία και όχι το πιθανό πέσιμο στο κενό.
xatzigeorgiou@yahoo.com
Φιλελεύθερα, 4.7.2021.