Αυτό που πολλοί life coachers καταφέρνουν -σε αντίθεση με όσα «διδάσκουν»- είναι να δημιουργούν τύψεις για το πιο φυσικό στην ζωή του ανθρώπου: Τη λύπη.

Αν κάτι έχει μακροπρόθεσμα αξία στη ζωή, αν κάτι τη φωτίζει ενδιάμεσα από τα σκοτάδια, αν κάτι την ανασυντάσσει υπόγεια, ήσυχα αλλά αποτελεσματικά -χωρίς να το παίρνεις χαμπάρι στην πρώτη του «ανάγνωση»- αυτό είναι η μελαγχολία – η θλίψη, η μοναξιά, οι σκοτεινές εκείνες ώρες που (τείνεις να) πιστεύεις πως η κλεψύδρα της ομορφιάς που θεωρείς πως κάποτε είχες ζήσει κυλάει ανάποδα και πως τίποτα δεν θα γυρίσει τους κόκκους της χαράς απ’ την αντίθετη κατεύθυνση γεμίζοντας τα πιθανά κενά. Αλλά εκείνες οι μέρες, οι γκρίζες μέρες, τότε που καμιά παρηγοριά δεν μπορεί να σε ορθοποδήσει και κανένας φίλος δεν γίνεται βάλσαμο στις πληγές -οικονομικές, προσωπικές, όχι υγείας-, όσο κι αν σε αγαπάει και προσπαθεί, γίνονται η μεγαλύτερή σου επένδυση για το μέλλον, το πιο ακριβό σου «έπαθλο», το «μπετόν» της ψυχής σου. 

Τα γράφω αυτά κοιτώντας κάτι ευφάνταστους τίτλους βιβλίων που μου στάληκαν προχθές από δύο εκδοτικούς οίκους για τη διαφήμισή τους -βιβλία που δεν τα θεωρώ ακριβώς «βιβλία», αλλά μετεξέλιξη των βίμπερ στις σημερινές ανάγκες εμπορίου και όχι σε εκείνες της δεκαετίας του ’80 που οι γυναίκες ερωτεύονταν τον πρωταγωνιστή- και που, χωρίς να αναφέρω τους (αφελείς) τίτλους τους για να μην προσβάλω όλο αυτό τον μηχανισμό που βρίσκεται από πίσω επιβιώνοντας από αυτά και προσπαθώντας να τα προωθήσει, είναι τα περισσότερα για τα σκουπίδια – καλύτερα δες ένα επεισόδιο του «Survivor» παρά να χάσεις το χρόνο σου αυθυποβάλλοντας τον εαυτό σου σε μπούρδες. Είναι απλά γραμμένα τα περισσότερα, με πηχυαίους τίτλο στο εξώφυλλο, και περιλαμβάνουν στην παλέτα τους από σκέψεις του Κρισναμούρτι (!) και του Δαλάι Λάμα (πάντα να είσαι επιφυλακτικός με όσα φέρονται να έχουν ειπωθεί από τους «μεγάλους και τρανούς», αφού πολλά από τα σπουδαία αποφθέγματα που περιφέρουμε σαν μασημένη καραμέλα είναι αποκύημα φαντασίας προπαγάνδας – ωραίο το «οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες» αλλά δεν ειπώθηκε ποτέ από τον Τσώρτσιλ π.χ), μέχρι υποδείξεων «καλής ζωής» από τους εγχώριους «σταρς» life coachers -που τα βιβλία τους είναι όλα best seller- και μαζεύουν χρήματα με το τσουβάλι αξιοποιώντας την σύγχρονη ταραχώδη ισορροπία των ανθρώπων μέσα τους και το άγχος τους για την αιώνια ευτυχία που πρέπει να είναι και «ο στόχος της ζωής μας». 

Κάποτε, είχα πάει σε μία τέτοια παρουσίαση βιβλίου στο «Nicosia Mall». Με έναν πολύ γνωστό συγγραφέα που πρότεινε σε χ ψ βήματα (κάποια στιγμή αγκάλιασα, θυμάμαι, τον άγνωστο διπλανό μου, με δική του παρότρυνση για vibes «σωματοποίησης καλών συναισθημάτων») τους τρόπους να είμαστε πάντοτε ευτυχισμένοι, να βλέπουμε «θετικά» (πόσο ταλαιπωρημένη πια η λέξη αυτή!) την καθημερινότητά μας, να αποβάλλουμε άγχη και στρες και τους «τοξικούς» ανθρώπους (άλλος ένας χαρακτηρισμός της μόδας τελευταία) από τον επηρεασμό τους στον δικό μας ψυχικό κόσμο -για πάντα- αναγνωρίζοντας εύκολα τις στραβοτιμονιές. Στο τέλος, καθώς υπέγραφε τα ήδη best seller βιβλία του τον πλησίασα: «Είναι τόσο μεγάλο κακό, λοιπόν, να είναι κάποιος λυπημένος;» τον ρώτησα, αποδομώντας το (επιτυχημένο, οφείλω να ομολογήσω) αφήγημά του ως άλλος Λυσίας στην αρχαία αγορά, επάνω στο οποίο είχε οικοδομήσει μια ιδιαίτερα εύρωστη ζωή τα τελευταία χρόνια. Με σοφιστίες προσπάθησε να μου μεταφέρει ως εικόνα και περιγραφή την ηδονή της χαράς – εκείνη της παντοτινής Άνοιξης στις καρδιές. Αλλά και στην μικρή συνέντευξή μας μετά, διέκρινα την αγωνία της ευτυχίας που πριν λίγο περιέγραφε – αυτό το οποίο, δηλαδή, «πουλούσε» σε χιλιάδες ανθρώπους, ταλαιπωρημένους από το μεγαλύτερο τέρας του 21ου αιώνα: Την κατάθλιψη (που δεν έχει καμία σχέση με την θλίψη ή την μελαγχολία που του είχα αναφέρει). Στο τέλος του είπα αυτό που πραγματικά πίστευα για το σινάφι του, όση ώρα τον άκουγα: «Έχω την αίσθηση πως εσείς, οι νεοεπαγγελματίες life coachers, δημιουργείτε μια αδιανόητη ενοχή απέναντι στα μισά ανθρώπινα συναισθήματα, των οποίων το εύρος της παλέτας τους σε κάνει τελικά γήινο και φτιαγμένο από χωματένια εύθραυστα υλικά και όχι από πέτρα». Καταλάβαινε τι εννοούσα. Ύστερα, τον ρώτησα και κάτι που δεν γράφτηκε τελικά στη συνέντευξη, «για δική σου χρήση, off the record», με παρακάλεσε: «Νιώθετε τύψεις όταν είστε λυπημένος; Ή ποτέ δεν είστε λυπημένος εσείς, ακολουθώντας όλα αυτά που περιγράφετε και στα βιβλία σας;». Λίγο το σκέφτηκε: «Θα σου πω κάτι που έμαθα κι εγώ από τον Αμερικανό (τάδε), που υπήρξε δάσκαλός μου: Προσπαθώ να είμαι καλά και να μην αποδέχομαι τις ανατροπές. Όσο φλατ κι αν ακούγεται. Ίσως να φαντάζει και “ρομποτικό” – δεν είναι. Επίσης, για να είμαστε μεταξύ μας ειλικρινείς, όπως εσύ κάνεις τη δουλειά σου και τώρα μου θέτεις ερωτήσεις, έτσι κάνω κι εγώ τη δική μου – άλλο οι μπίζνες και το μονοπάτι που δείχνω και άλλο η πραγματική ζωή».  

xatzigeorgiou@yahoo.com

Φιλελεύθερα, 11.7.2021.