Ο λογοτέχνης Γιώργος Μολέσκης μοιράζεται μαζί μας ένα απόσπασμα απ’ το ομότιτλο βιβλίο του.
Την Πέμπτη, 18 Ιουλίου, το πρωί, βγήκα έξω. Αντί της συνηθισμένης μου διαδρομής πήρα την αντίθετη κατεύθυνση, με στόχο να βγω στην Πλατεία Σολωμού. Πέρασα μέσα από τις οδούς Κύκκου και Πάφου, μπροστά από την καθολική εκκλησία κι έστριψα αριστερά. Έξω από το καφενείο που βρισκόταν στη μικρή πλατεία κάτω από τα τείχη, καθόντουσαν κάποιοι θαμώνες και κάπνιζαν τσιγάρο ή ναργιλέ. Περνώντας έξω από τον αστυνομικό σταθμό της Πύλης Πάφου είδα συγκεντρωμένους κάμποσους, είκοσι ή τριάντα, ένοπλους. Ανάμεσά τους διέκρινα δυο γνωστούς μου από την περίοδο της μπουάτ «Οι κύκλοι», ένα μουσικό και λογοτεχνικό στέκι, που είχαμε δημιουργήσει μαζί με κάποιους φίλους στη Λευκωσία μερικά χρόνια πριν. Μαζευόμασταν εκεί δυο φορές τη βδομάδα, ακούγαμε μουσική, διαβάζαμε ποιήματα, κάναμε συζητήσεις. Υπήρχε μια σαφής αριστερή και αντιχουντική κατεύθυνση σε όλα αυτά. Συχνά παρουσιάζαμε και αντιστασιακούς καλλιτέχνες από την Ελλάδα, πολιτικούς πρόσφυγες συνήθως, που τύχαινε να περνούν από την Κύπρο. Αυτοί οι δυο γνωστοί μου, που βρίσκονταν ανάμεσα στους οπλοφόρους με τα σήματα της ΕΟΚΑ Β στα μπερέ τους, ήταν πάντα εκεί και παρακολουθούσαν όλα μας τα προγράμματα. Καθόντουσαν, συνήθως, στο μπαρ και δεν μιλούσαν πολύ, είχαμε όμως αναπτύξει μια φιλική σχέση και επικοινωνία μαζί τους. Παραξενεύτηκα, δεν περίμενα να τους δω εκεί. Πίστευα πως βρίσκονταν κι αυτοί κοντά στις δικές μας θέσεις, τουλάχιστον όσον αφορούσε τη χούντα και τη δικτατορία. Βλέποντάς τους ανάμεσα στου άλλους οπλοφόρους, σκέφτηκα πως η παρουσία τους τότε στην μπουάτ ίσως να ήταν μια διατεταγμένη υπηρεσία: να παρακολουθούν τους τακτικούς θαμώνες, τους φιλοξενούμενούς μας κι εμάς τους ίδιους, αφού οι ίδιοι δεν έπαιρναν μέρος ποτέ σε καμιά συζήτηση.
Οι σκέψεις αυτές με απορρόφησαν τόσο πολύ, που περπατούσα με το κεφάλι γυρισμένο δεξιά, προς τη μεριά των οπλοφόρων, χωρίς να βλέπω μπροστά μου. Ξαφνικά, δίχως να το καταλάβω, έπεσα πάνω σε δυο νέες γυναίκες που ερχόντουσαν από απέναντι, κατευθυνόμενες προς την είσοδο του αστυνομικού σταθμού. Δεν πρόλαβα να απολογηθώ κι άρχισαν να με βρίζουν έξαλλες από τον θυμό τους.
«Στραβωθήκατε και δεν βλέπετε μπροστά σας, ή μήπως, δεν σας αρέσουν οι Έλληνες αξιωματικοί» είπε η πρώτη γυναίκα.
«Ανοίξετε τα στραβά σας και χωνέψετέ το, εδώ κάνει κουμάντο η επανάσταση και θα σας βάλει όλους στη θέση σας» πρόσθεσε η δεύτερη.
«Shit» μου ξέφυγε ξαφνικά, εντελώς αυθόρμητα, σάμπως μ’ αυτή την τόσο διαδεδομένη αγγλική λέξη να εξέφραζα τον θυμό που είχε συσσωρευτεί μέσα μου εκείνες τις μέρες.
Τότε η πρώτη γυναίκα άρχισε να φωνάζει πώς αποκάλεσα τους Έλληνες αξιωματικούς σκατάδες, και να μην νομίζω πως δεν καταλαβαίνουν αγγλικά. Στον καυγά μπήκε και η δεύτερη γυναίκα, έγινε φασαρία, δυο από τους οπλοφόρους με άρπαξαν από τους αγκώνες και μ’ έστησαν στον τοίχο. Γύρω μου μαζεύτηκαν και μερικοί άλλοι, ένας από αυτούς κρατούσε το αυτόματο όπλο του στραμμένο ίσα στο πρόσωπό μου. Ένιωθα να χάνομαι, δεν μπορούσα να φανταστώ πώς θα τέλειωνε εκείνη η ιστορία.
Από τον σταθμό βγήκε ένας Ελλαδίτης αξιωματικός, ήρθε προς το μέρος μου και στάθηκε μπροστά μου. Δίπλα του στεκόντουσαν οι δυο γυναίκες.
«Αυτός εδώ έβρισε τους Έλληνες αξιωματικούς, τους είπε σκατάδες» είπε η πρώτη, που απ’ ότι κατάλαβα θα έπρεπε να ήταν η γυναίκα του.
Ο αξιωματικός με κοίταξε στα μάτια, τον κοίταξα κι εγώ. Μείναμε έτσι να κοιταζόμαστε για μερικά δευτερόλεπτα. Όπως καταλάβαινα ήταν μια κρίσιμη και αποφασιστική στιγμή και για τους δυο μας. Ο αξιωματικός δίσταζε να πάρει κάποια απόφαση, εγώ φοβόμουν για τη ζωή μου.
«Αποκαλέσατε του Έλληνες αξιωματικούς σκατάδες;» ρώτησε.
«Όχι. Ήταν μια λέξη γενικά για την κατάσταση, που μου βγήκε αυθόρμητα, χωρίς να το σκεφτώ».
«Ποια κατάσταση;»
Δεν ήξερα τι να πω. Είχα μπλέξει άσχημα. Σιωπούσα. Ο οπλοφόρος εξακολουθούσε να κρατά το όπλο στραμμένο στο πρόσωπό μου, ο αξιωματικός να με κοιτάζει διστακτικός. Ίσως και να αναζητούσε τρόπο να τελειώσει αυτή η ιστορία, χωρίς να θιγεί η αξιοπρέπειά του μπροστά στη γυναίκα του, η οποία εξακολουθούσε να φωνάζει και να βρίζει.
Ξαφνικά βγήκαν μπροστά οι δυο εκείνοι γνωστοί, και φίλοι μου μπορώ να πω, από την μπουάτ, πλησίασαν, και απευθυνόμενοι στον Ελλαδίτη αξιωματικό μίλησαν σχεδόν με μια φωνή.
«Κύριε λοχαγέ, γνωρίζουμε καλά αυτόν τον άνθρωπο, δεν είναι δυνατόν να έβρισε τους Έλληνες αξιωματικούς, σας παρακαλούμε να τον αφήσετε να φύγει».
Ο αξιωματικός τους κοίταξε απορημένος. Ύστερα στράφηκε σ’ εμένα.
«Να ζητήσετε συγγνώμη» είπε.
«Συγνώμη… απολογούμαι αν πρόσβαλα κάποιον, δεν εννοούσα τους Έλληνες αξιωματικούς».
«Φύγετε γρήγορα απ’ εδώ».
Έφυγα αμέσως, ρίχνοντας ένα βλέμμα ευγνωμοσύνης στους δυο εκείνους ανθρώπους, έστω και πραξικοπηματίες, που η παρέμβασή τους στάθηκε σωτήρια, ίσως και για τη ζωή μου. Και ούτε που τους είδα ξανά.
Κάθε Ιούλιο Επιστρέφω – Σελίδες: 49 – 52
Φιλελεύθερα, 18.7.2021.