Μία σπάνια συνομιλία με την Φιλιώ Πυργάκη, την σημαντικότερη ερμηνεύτρια του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, που έφυγε από τη ζωή την περασμένη Τρίτη, συνεχίζοντας να κουβαλάει μέχρι το τέλος μέσα της όρθιο το αρχέγονο λαϊκό μεγαλείο.
Στο «σαν περπατάς παραπατάς, κουνιέσαι και λυγιέσαι, τη μέση σου κουνάς, περνάς μα δεν μιλιέσαι» είχε δοθεί το σήμα ενός ιδιότυπου «ξεσηκωμού» πιστών στο κλαρίνο και στο τουμπερλέκι ανθρώπων, στην κοινότητα του Υπάτου, ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Θήβα όπου είχα βρεθεί κάποτε, σαν να ήταν η δική τους μεγάλη στιγμή, λες και μόλις εκείνο το λεπτό συνέβη ό,τι, για τις επόμενες έξι ώρες επρόκειτο να χωρίσει τη χαρά από την «πικρή και μαύρη» καθημερινότητά τους, τη «δύσκολη» και «μίζερη». Είχαμε καθίσει απέναντι, στις πλαστικές καρέκλες με την «ιέρεια» και ξεκίνησε την αφήγησή της, λίγο προτού ανέβει στο ιδιότυπο πάλκο και την «προσκυνήσουν» οι «πιστοί» της για άλλη μια φορά – μισό αιώνα στην πρωτοκαθεδρία.
«Είμαι σχεδόν 80 χρονών, τραγουδάω από τα 14 μου, κάνε μόνος σου τον υπολογισμό. Είμαι αυτοδίδακτη, δεν εσπούδασα το τραγούδι. Μικρό παιδί φύλαγα πρόβατα στην Ορεινή Κορινθία, στον Ασπρόκαμπο. Το πρωί ήμουνα στα πρόβατα και το βράδυ με έπαιρνε ο πατέρας μου και πηγαίναμε στα πανηγύρια. Έβλεπα πώς γίνονταν, μου άρεσαν και του είχα πει “εγώ θα φύγω κάποια στιγμή και θα ασχοληθώ μ’ αυτό!”. Αυτό έκανα. Βέβαια, στην αρχή, δεν ήμουνα πολύ έτοιμη, δεν ήξερα πολλά τραγούδια, τραγούδαγα μαζί με άλλους, εκείνοι έπαιρναν λεφτά και εγώ ψίχουλα. Δεν με πείραζε, όμως, αυτό. Το τραγούδι ήταν που μ’ ένοιαζε. Ήθελα να φτάσω εκεί που έφτασα. Και το προσπάθησα πολύ με πολλή δουλειά. Σιγά σιγά εξελίχθηκα».
«Τα παλιά τα χρόνια, ο κόσμος ήταν αλλιώτικος. Βγαίνανε στο πανηγύρι και χόρευαν με τη σειρά, χωριστά, κατά παρέες. Τώρα αυτό άλλαξε, χορεύουν πλέον όλοι μαζί. Τότε, τα μεγαλύτερα πανηγύρια γίνονταν στη Φθιώτιδα, μετά στην Τρίπολη. Οι καμπίσιοι το αγαπούνε πολύ το πανηγύρι. Θυμάμαι ότι ξεκινούσαμε να τραγουδάμε από τις οκτώ το βράδυ και πηγαίναμε μέχρι τις οκτώ το άλλο το πρωί. Ο κόσμος, αγόρι μου, έχει λαχτάρα για το δημοτικό, το ‘χει στο αίμα του από γεννησιμιού του! Το δημοτικό τραγούδι ήταν και είναι η παράδοση των Ελλήνων, είναι η αρχή και το τέλος της ζωής μας. Εγώ το ζω κάθε μέρα αυτό που σου λέω, λεβέντη μου».
«Όταν ξεκίναγα την πορεία μου, οι μεγάλοι της εποχής μού γυρνάγανε την πλάτη, αλλά είχα τον Κοντογιώργο, έναν κλαρινιτζή που με πίστευε, με προώθησε στα πανηγύρια και μου έλεγε “μην στενοχωριέσαι, Φιλιώ. Θα ‘ρθει μια μέρα ωραία, που όλοι θα πέσουν στα πόδια σου”. Με τη δύναμη του Θεού και της αγάπης του κόσμου, έφτασα σε ένα καλό σημείο πιστεύω. Γιατί εμένα, ξέρεις, η δύναμη μου είναι ο κόσμος, ο οποίος πάντα με αγαπούσε και εγώ του επέστρεφα αυτή την αγάπη, δεν έχουμε παράπονα ο ένας από τον άλλον, το αλισβερίσι μας ήταν σωστό. Η νεολαία τώρα με λατρεύει! Και εγώ τους αγαπώ».
«Δεν θα πω ποτέ για τον εαυτό μου, αν εγώ είμαι “η κορυφαία” ή όλα αυτά που μου λες, γιατί όλοι οι τραγουδισταί είμαστε υπηρέτες του δημοτικού μας τραγουδιού. Αυτό είναι πάνω απ’ όλα. Από τα δικά μου αγαπημένα τραγούδια είναι το “εμένα μου το ‘παν δυο πουλιά, δυο μαύρα χελιδόνια” και το “ν’ αναστενάξω μάνα δεν μ ακούς, να κλάψω δεν με βλέπεις”. Αυτό το τελευταίο είναι ειδικά για τη μανούλα μου. Το κλαρίνο για μένα είναι η ζωή μου! Αυτό που κάνω δεν το κάνω προσθετό, το κάνω επειδή το αγαπώ. Και δεν τραγούδησα ποτέ άλλο είδος τραγουδιού, δεν μ’ άφησαν, εμένα με είχαν ταγμένη για το δημοτικό. Η εταιρεία μου τότε, η Columbia, με είχε μόνο γι’ αυτό το είδος τραγουδιού. Στην αρχή, βέβαια, ξεκίνησα για να πω και αυτά τα άλλα είδη τραγουδιού, αλλά δεν με πήγαινε ο λαιμός μου, γιατί ο λαιμός μου ήτανε φτιαγμένος για τα δημοτικά. Πιστεύω ότι η φωνή μου είναι εγκεφαλική, ό,τι βγάζει το κεφάλι πάει μετά και στη φωνή. Έτσι πάει η σειρά».
«Τα δημοτικά τραγούδια είναι το πιο δύσκολο είδος για τους τραγουδιστές, διότι πρέπει να το ζεις για να το πεις το τραγούδι. Δεν μπορείς να ανοίγεις το στόμα σου και να λες απλά τα λόγια, άμα προηγουμένως δεν έχουν περάσει διαμέσου της καρδιάς σου. Εγώ αυτό που λέω στην κάθε μία καινούργια τραγουδίστρια που έρχεται να με συμβουλευτεί είναι “άμα δεν βασταχτείς γερά και εξοκείλεις, τελείωσες. Πρέπει να στεκόμαστε εις το ύψος μας”».
«Αντέχω ακόμα…Γιατί, αυτό που μου ‘δωκε ο κόσμος, είναι δύσκολο να το αποκτήσουνε άλλοι τραγουδιστές. Άμα βλέπω ότι ο κόσμος συνεχίζει να με θέλει συνεχίζω, αν δω ότι στραβώνουν τα μούτρα, θα σταματήσω. Προτού ανέβω στο “πατάρι” λέω “ωχ, πως θα ανέβω τώρα; Τι θα κάνω; Πως θα τα καταφέρω;”. Μόλις, όμως, ανέβω εκεί απάνω, ο Θεός μου δίνει δύναμη! Πιστεύω πολύ στο Θεό! Γιατί, αν έχω τη ζωή μου σήμερα, στο Θεό το χρωστάω. Πέρασα μεγάλο κανάλι, αλλά ο Θεός με έσωσε…».
«Είμαι πολύ ευαίσθητη, κι ας μην φαίνεται εκ πρώτης. Έφαγα σκαμπίλια πολλά, αλλά τα ‘χω ξεπεράσει. Δεν μετανιώνω για τίποτα στη ζωή μου. Τα απόκτησα όλα. Έχω μια κόρη, δύο εγγόνια, το τραγούδι μου, τι άλλο να ζητήσει ο άνθρωπος για να λέει ότι είναι ευτυχισμένος; Τιποτ’ άλλο δεν θέλει, μην ακούς. Τα άλλα είναι περιττά».
xatzigeorgiou@yahoo.com
Φιλελεύθερα, 25.7.2021.