Αντρέας Αντωνίου: «Andro II: Πάνθεον», Εκδόσεις Βακχικόν 2020.

Άκρως φιλόδοξο, μεγαλεπήβολο, κοπιώδες και δύσκολο ήταν το εγχείρημα του Αντρέα Αντωνίου, να περιλάβει σε μια σχετικά ογκώδη συλλογή εκατό τόσα ποιήματα, αφιερωμένα και ορμώμενα από δεκάδες θεούς και θεότητες της αρχαιότητας, από λογοτεχνικούς ήρωες, αλλά και από κλασικούς συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Πιστεύω ακράδαντα πως το εγχείρημα αυτό δικαιώθηκε κατά ένα πολύ μεγάλο βαθμό.

Κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα ολόκληρου του βιβλίου η έντονη και διάχυτη παντού διακειμενικότητα του. Κατά κανόνα, το βασικό έναυσμα για κάθε χωριστό ποίημα της συλλογής είναι η πλατιά λογοτεχνική υποδομή του ποιητή. Τα μελετήματα του είναι τα ερεθίσματα και οι εμπνεύσεις του. Όπως ομολογεί ο Α.Α., αυτοσαρκαζόμενος, προς το τέλος του βιβλίου του: «Η διακειμενικότητα ταβάνι έχει βαρέσει / Ό,τι προσπάθησα να πω, το είπαν ήδη άλλοι / Μα εγώ σαν τρίτος ιδαλγός (Μ’ αρέσει δεν μ’ αρέσει) / Όσα ως τώρα έχω πει, αυτά θα ‘λεγα πάλι». (σελ. 189) 

 Ωστόσο, έχω κάποιες παρατηρήσεις, βάσιμες θέλω να πιστεύω, όσον αφορά το πρώτο μέρος της συλλογής, ειδικά. (σελ.11- 70) Τα ποιήματα που αφιερώνονται ή ελαύνονται από θεούς και θεότητες της αρχαιότητας, κατά κύριο λόγο διευρύνουν τους γνωσιολογικούς ορίζοντες του αναγνώστη. Κι αυτό επισυμβαίνει με πλήρη τεχνοτροπική επάρκεια. Όμως, έχω την ταπεινή άποψη ότι κάπου λανθάνει το στοιχείο της αισθητικής υπέρβασης, το κράμα, το μείγμα με τη σημερινή εποχή. Πιστεύω βαθιά πως πρώτα και κύρια κάθε δημιουργός, οφείλει να εκφράζει την εποχή που τον γέννησε. Όλα τα άλλα έπονται.

Ο Α.Α. καταπιάνεται κυρίως με τα εξωτερικά γνωρίσματα ή και κάποια βιογραφικά στοιχεία των θεοτήτων στις οποίες αφιερώνει τα ποιήματά του. Προσωπικά, θα ανέμενα και κάποιες υπερβάσεις. Πχ με μετατάξεις αυτών των θεών στη σύγχρονη εποχή ή με αναχρονισμούς την τοποθέτησή τους σε άλλη εποχή από τη δική τους. Η χρήση της αλληγορίας, της μεταφοράς, της παρομοίωσης, ίσως να βοηθούσε αυτά τα ποιήματα να αναπτυχθούν περαιτέρω αισθητικά.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου (σελ. 73-135) όπου η αναφορά γίνεται σε κλασικούς λογοτεχνικούς ήρωες και λογοτέχνες, τα αποτελέσματα είναι σαφώς καλύτερα όσον αφορά στις πιο πάνω επισημάνσεις. Ανάμεσα σε άλλους, …παρελαύνουν ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες, ο Μάκμπεθ του Σαίξπηρ, ο Ερωτόκριτος του Κορνάρου, ο Φάουστ του Γκαίτε, ο Ονέγκιν του Πούσκιν και ούτω καθεξής. Για να αναφέρω ένα ενδεικτικό παράδειγμα, στο ποίημα που ορμάται από τον Ταρτούφο του Μολιέρου, κατά τη γνώμη μου, απαντάται μία περίπτωση επιτυχούς γενίκευσης και υπέρβασης, όπου τα μηνύματα και τα νοήματα μπορούν άμεσα να αχθούν και στη σημερινή εποχή και να της μιλήσουν κατά πρόσωπο: «Πηγαίνω κάθε Κυριακή πρώτος στην εκκλησία / Κι ανάβω επιδεικτικά το πιο ακριβό κερί / Νόμος της κοινωνίας μας είναι η υποκρισία / Και στόχος ο καθένας μας να κλέψει ό,τι μπορεί». (σελ. 101)

Γενικά όμως, η αποφθεγματικότητα και η καθολικότητα, πολύ συχνά σε συμπερασματικές κατακλείδες των ποιημάτων, αποφέρουν ποίηση λειτουργική. Λειτουργική και αυτόνομη από τα όποια διακείμενα και συναφείς συναρτήσεις: «Μόνη πατρίδα η ψυχή, κι ο έξω κόσμος μοιάζει / σαν μια μεγάλη φυλακή, σαν οίκος ανοχής». (σελ. 129)

Εδώ θα ήθελα να επιστρέψω στις προηγηθείσες επισημάνσεις μου και διερωτώμενος να καταθέσω μια ιδέα προς προβληματισμό. Τι ωραία πρόσμιξη θα ήταν εάν ο Α.Α. έβαζε τον Φάουστ με τον Ταρτούφο, τον Μάκμπεθ με τον Δον Κιχώτη, την Άναμπελ με τη Μαρία Γκράτια να συναγελάζονται, να συνομιλούν και να αντιπαραβάλλονται; Πιστεύω πως θα προέκυπτε ένα κράμα εκρηκτικά ποιητικό και ποιοτικό.

Ως το πλέον ενδιαφέρον, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, θεωρώ το διακειμενικό ποίημα που είναι αφιερωμένο στον εθνικό μας βάρδο Βασίλη Μιχαηλίδη. Είναι γραμμένο στην κυπριακή διάλεκτο, το μοναδικό σε όλο το βιβλίο. Εδώ ο Α.Α. προεκτείνει σαφώς την κεντρική ιδέα των στίχων του στη σημερινή εποχή, σημειώνοντάς: «Αλλάξασιν πιον οι τζιαιροί, εν έσιει ανεράδες / Εγίνηκεν η εποχή πληγή φαρματζιερή / Χαθήκασιν οι ήρωες, χαθήκαν τζι οι ρηγάδες / Τζι έρκουνται χρόνοι δίσεκτοι τζιαι δύσκολοι τζαιροί». (σελ. 135) Όσο πεσιμιστικό κι αν προβάλλει το μήνυμα αυτό, διασυνδέει άμεσα το πρωτογενές υλικό από το οποίο αντλήθηκε η έμπνευση με το σήμερα. Κι αυτό δεν μπορεί παρά να συνιστά κέρδος για την υπόθεση της ποίησης στις ημέρες μας.

Θέλω να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση με ένα σαφώς ποιητολογικό ποίημα. Εδώ ο Α.Α. απευθύνεται στους κριτές ποίησής του, …εμού περιλαμβανομένου! Ο ποιητής μιλά στους κριτικούς λογοτεχνίας με σκωπτική διάθεση, μια υποψία χιούμορ και ευδιάκριτη ειρωνεία. Το αποτέλεσμα είναι εύστοχο και ευτυχές κι έχει συνάμα τη δροσιά της σάτιρας: «Τα ποιήματα που έγραψα σε δανεικά κρεββάτια / Άλλοι θα τα διαβάζουνε και θα τα μελετάνε / Κάποια κεφάλια φαλακρά με κουρασμένα μάτια / Που το μεγάλο νόημα στους στίχους θα ζητάνε / Θα χειρουργούν τους στίχους μου χωρίς αναισθησία / Κόβοντας κι αναλύοντας το κάθε τους κομμάτι / Αρχειοθετώντας τακτικά την κάθε μου θυσία / Μιλώντας κι ερμηνεύοντας, χωρίς να λένε κάτι». (σελ. 139)

Ο Α.Α. είναι μόλις 33 χρόνων κι έχει κιόλας στο ενεργητικό του πέντε ποιητικές συλλογές, ενώ τιμήθηκε και με το Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη το 2019. Διαθέτει ταλέντο, εργατικότητα, μεθοδικότητα και αξιοθαύμαστη αισθητική υποδομή. Το μέλλον του στα γράμματα προδιαγράφεται φωτεινό. Ταπεινή γνώμη κι ακόμα πιο ταπεινή συμβουλή ν’ αφουγκραστεί πιότερο τη βοούσα στυγνή πραγματικότητα που μας περιβάλλει και ενίοτε μας καταβάλλει, αλλά ακόμη πιο σπάνια, μας αναπτερώνει το ηθικό.

g.frangos@cytanet.com.cy

Φιλελεύθερα, 25.7.2021