«Εγκλήματα καρδιάς» της Μπεθ Χένλι σε σκηνοθεσία Βαρνάβα Κυριαζή.
Το έργο της Μπεθ Χένλυ «Εγκλήματα καρδιάς» ανέβηκε στο θέατρο Διόνυσος σε σκηνοθεσία Βαρνάβα Κυριαζή. Όσοι από μας χρησιμοποιούν το θέατρο ως αντίδοτο στη συνεχόμενη μαυρίλα της πραγματικότητας, θα συμφωνήσουν ότι μια σκηνικά πολυδοκιμασμένη, αναγνωρισμένης ποιότητας, μαύρη κωμωδία είναι καλή συνταγή. Βραβευμένο σχεδόν άμα τη γεννήσει του με Πούλιτζερ (1981), το έργο της Χένλυ διαθέτει πολλούς λόγους για να επιλέγεται για ανέβασμα και ν’ αρέσει στους συντελεστές της εκάστοτε παράστασης και στους θεατές.
Το γεγονός ότι η γεννημένη στην πολιτεία του Μισισιπή με τρεις αδελφές στην οικογένεια Μπεθ Χένλυ, γνώριζε το υλικό του έργου της όπως τον εαυτό της, της έδωσε τη δυνατότητα να παίξει με λεπτομέρειες των νοοτροπιών, των αδυναμιών, των συμπεριφορών, των ονείρων και των αποτυχιών των «τριών αδερφών» του Αμερικανικού Νότου. Η φόρμουλα «τρεις αδελφές» είναι από μόνη της θεατρικά γόνιμη, προϋποθέτει τρεις πολύ διαφορετικούς γυναικείους χαρακτήρες σε τρεις πολύ διαφορετικές προσωπικές συνθήκες και με μια μοίρα που τους ενώνει σε αδιαίρετη τριάδα.
Ο τσεχωφικός απόηχος υπάρχει στο έργο της Χένλυ, η Λένυ, όπως και η Όλγα, υποφέρει από την απουσία του έρωτα κι από τα οικογενειακά βάρη που φορτώθηκε, η Μεγκ, όπως κι η Μάσα, είναι ο πιο περίπλοκος χαρακτήρας, με το σκοτάδι να χρωματίζει την ψυχή της, η παιδικότητα της Μπέιμπ, όπως και της Ιρίνας, συνθλίβεται από τη σύγκρουση με την πραγματικότητα. Ακόμα και η ξαδέλφη Τσικ θυμίζει τη νύφη των τριών τσεχωφικών αδελφών, τη Νατάσα, με το μείγμα χυδαιότητας, αναισθησίας και πρακτικότητας που τη χαρακτηρίζει.
Στα «Εγκλήματα καρδιάς» όλα αυτά είναι τοποθετημένα στον μικρόκοσμο Hazlehurst, Mississippi, ειπωμένα με την έντονη προφορά των Νότιων Πολιτειών και ποτισμένα με το ιδιότυπο χιούμορ της συγγραφέως. (Παραδείγματα κοινωνικού σχολιασμού: η Μεγκ πληγώνεται ιδιαίτερα από το γεγονός ότι ο πρώην σύντροφός της παντρεύτηκε κοπέλα από τις Βόρειες Πολιτείες, επίσης αναρωτιέται αν η παράνομη σχέση της Μπέιμπ με μαύρο έφηβο είναι δείγμα της προοδευτικότητάς της).
Το σκοτεινό και το κωμικό συνυπάρχουν σ’ όλα τα επίπεδα του έργου. Αν κοιτάξουμε προς τη «μαύρη πλευρά» του κειμένου, είναι αρκετά βαρυφορτωμένη: η αυτοκτονία της μητέρας των κοριτσιών, η δεσποτική συμπεριφορά του παππού, η κακοποίηση της Μπέιμπ από τον άνδρα της και το έγκλημά της, οι σπόροι της τρέλας μέσα στις ψυχές των αδελφών, ο εθισμός της Μεγκ στις εικόνες σήψης και θανάτου, η καταδίκη της Λένυ στη στειρότητα, κ.ά., κ.ά. Κι όμως, η συγγραφέας έχει τον τρόπο όχι ακριβώς να ισορροπεί τα πράγματα εναλλάσσοντας τα κωμικά και τραγικά στοιχεία, αλλά να βρίσκει κάτι ξεκαρδιστικά αστείο στην καρδιά του μαύρου. Π.χ. μετά από τις δικές της αποτυχημένες προσπάθειες ν’ αυτοκτονήσει, η Μπέιμπ επιτέλους κατανοεί γιατί η μάνα της πρώτα κρεμάει τον γέρικο γάτο της και μετά κρεμιέται η ίδια: για να έχει παρέα στη μετάβαση στον θάνατο. Ή το άλλο, το λυτρωτικό γέλιο των κοριτσιών με τον παππού σε κώμα κι η άμεση έναρξη του Plan B στη ζωή τους ενόψει του θανάτου του. Ακόμα κι ο εν δυνάμει σύντροφος της Λένυ βλέπει τα παιδιά ως μυξιάρικα γουρουνάκια κι έτσι λύνεται το πρόβλημά της.
Η Σαλώμη Ιεροπούλου, την οποία θυμόμαστε από το «ΜεΝΓΚΕΛΕ», η Μάρθα Κωνσταντίνου, την οποία θυμόμαστε από τους «Λύκους» και η Ιωάννα Παπαμιχαλοπούλου, την οποία θυμόμαστε από το «Γελώντας άγρια…», είναι οι τρεις αδελφές του έργου. Θεωρώ ότι το κύριο προσόν της παραγωγής του Διόνυσου είναι η απουσία υποκριτικού φάλτσου. Αυτή η καθαρότητα τόνου στο παίξιμο του καθενός από τους ηθοποιούς της ομάδας ήταν το ζητούμενο από τον σκηνοθέτη-δάσκαλο Βαρνάβα Κυριαζή.
Ο Κυριαζής είδε το έργο με ματιά ηθοποιού. Δούλεψε με λεπτομέρειες την άμεση σχέση μεταξύ των συναισθημάτων και της εξωτερικής συμπεριφοράς των προσώπων του έργου, έτσι ώστε τα μέλη της ομάδας να ξέρουν ανά πάσα στιγμή τι κάνουν και γιατί το κάνουν. Αυτό δεν εγκλώβισε τους ηθοποιούς στο δίχτυ των σκηνοθετικών οδηγιών, αντιθέτως η καθαρή εικόνα των κινήτρων και των προθέσεων των ρόλων έδωσε στους ηθοποιούς συνειδητοποιημένη δημιουργική ελευθερία.
Νομίζω ότι οι πιο δύσκολες σκηνές αποδείχτηκαν εκείνες όπου κάποια από τις πρωταγωνίστριες ήταν μόνη της στη σκηνή, επειδή στα ντουέτα και στα τρίο γινόταν αισθητή η συνεργασία των ηθοποιών, η ανταλλαγή ενέργειας, με αποτέλεσμα το κράμα της αδελφικής αγάπης και της άγριας γυναικείας ανταγωνιστικότητας να τους πετυχαίνει πολύ.
Βρίσκω συγκινητικό ότι καθώς προχωρά η παράσταση και οι τρεις πρωταγωνίστριες αισθάνονται ότι περνούν η μια μετά την άλλη τις δοκιμασίες των απαιτητικών σκηνών, αρχίζει να τις διακατέχει ένα ομαδικό συναίσθημα επαγγελματικής επιτυχίας, το οποίο κορυφώνεται στο λυτρωτικό φινάλε. Δεν μπορώ να κρατηθώ από το να κάνω ιδιαίτερη μνεία στην Ιωάννα Παπαμιχαλοπούλου, η οποία όντως έσμιγε στον χρωστήρα της την κωμικότητα με τη φρίκη, την τρέλα και την (αντικειμενικά αδικαιολόγητη) ελπίδα.
Η κάθε μια από τις αδερφές σχηματίζει κι ένα άλλο ντουέτο με τους ρόλους της δεύτερης γραμμής του έργου. Η Σαλώμη Ιεροπούλου ως Λένυ έχει σκηνές με την ξαδέλφη Τσικ, τη μορφή της οποίας σατιρίζει η Μαρία Κωνσταντίνου. Η Μάρθα Κωνσταντίνου ως Μεγκ κάνει περίπατο σ’ ένα από τα αδιέξοδα της ζωής της με τον πρώην της, τον οποίο παίζει ο έμπειρος Γιώργος Αναγιωτός. Η Ιωάννα Παπαμιχαλοπούλου ως Μπέιμπ φλερτάρει απτόητη με τον κωμικά χρωματισμένο από τον Εύρο Βασιλείου δικηγόρο Μπράντον.
Η παράσταση είχε φρεσκάδα. Και η πίστη της ομάδας στην επιτυχία του έργου τους είναι μεταδοτική.
Φιλελεύθερα, 10.4.21