Αποσπάσματα από μία σπάνια συνέντευξη, η οποία έγινε το 2006, στο σπίτι της μεγάλης θεατρίνας, στην Κυψέλη, όπου συννατηθήκαμε, αναδημοσιεύονται σήμερα, για πρώτη φορά, με αφορμή την επέτειο 11 χρόνων από το θάνατό της (29/9/1918 – 17/4/2010).
«Όταν βγήκαμε στο θέατρο με την αδελφή μου, τη Μαρίκα, ήμασταν πάρα πολύ μικρές. Τεσσεράμισι χρονών ήμουν εγώ και πεντέμισι η Μαρία. Την απόφαση αυτή την πήρε η Μαρίκα Κοτοπούλη, η οποία είναι και η θεατρική μας μάνα – όλα τα χρωστάμε σ’ αυτήν· εκείνη είδε ότι έχουμε κάποιο ταλέντο. Εμείς είχαμε έρθει από την καταστροφή της Σμύρνης. Η Μαρία ήταν χαμένη στη Χίο και η μητέρα μας για πολλούς μήνες νόμιζε ότι σκοτώθηκε. Ο πατέρας μου ήταν αιχμάλωτος και η μάνα μου, αποδιωγμένη από τη φαμίλια της γιατί παντρεύτηκε κρυφά τον πατέρα μας, προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα με το κέντημα – ήμασταν πολύ φτωχοί, με νύχια και με δόντια προσπαθούσε η μητέρα μας να ζήσουμε. Τότε γνώρισε μία ηθοποιό που την έφερε σε επαφή με την Κοτοπούλη και εκείνη συμπάθησε εμάς. Η πρώτη παράσταση που παίξαμε ήταν η “Στοργή”. Επειδή μας συμπαθούσε η Κοτοπούλη που ήμασταν καλά παιδάκια και δεν ήμασταν στριγκλάκια, ζήτησε από τη μητέρα μας να παίξουμε σε αυτή την παράσταση αφού υπήρχαν και ρόλοι δύο παιδιών. Η μητέρα μας συμφώνησε. Της είπε: “πάρτε τα κυρία Μαρίκα, σας έχω πολλή εμπιστοσύνη”. Η Κοτοπούλη μάς έπαιρνε στα γόνατά της και μας μάθαινε τα λόγια μας. Θυμάμαι που μου έλεγε: “Πουλάκι μου, τα λογάκια σου δυνατά, δυνατά να τα λες”. Όταν βγήκα, όμως, πρώτη φορά, στη σκηνή εγώ άρχισα να φωνάζω “μαμά, μπαμπά!” και η Κοτοπούλη έκανε πως τραβομαλλιότανε ψεύτικα στα παρασκήνια και μου έλεγε “παλιοθεατρίνα, μου χάλασες το έργο!”. Από τότε άρχισε ένας ψίθυρος στην Αθήνα “πηγαίνετε να δείτε δύο παιδάκια που παίζουν σαν μεγάλοι άνθρωποι”. Όποτε ανέβαζε η Κοτοπούλη έργα που είχαν μέσα παιδάκια, πάντοτε μας έβαζε μέσα. Παίξαμε με τον Λογοθετίδη, τον Μυράτ, την Βασιλειάδου, με πολλούς αστέρες της εποχής, πάρα πολλούς. Έτσι ξεκίνησε η καριέρα μας. Από πέντε χρονών βρίσκομαι στη σκηνή».
«Πρώτα ήμασταν “τα καλουτάκια”, μετά “οι δεσποινίδες Καλουτά”, μετά “οι κυρίες Καλουτά”, μετά “οι Καλουτάρες”. “Δεσποινίδες Καλουτά” αρχίσαμε να γινόμαστε πριν από τον πόλεμο, το 1935. Γυρίσαμε όλο τον κόσμο με το θέατρο, παίξαμε στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου: Στη Νέα Υόρκη, στο Ντιτρόιτ, στο Παρίσι, στο Λονδίνο, παντού. Παίξαμε με πολύ μεγάλους ηθοποιούς όπως ο Μορίς Σεβαγιέ, ο Ντίνο Ρόσσι, η Ούμα Σουμάκ, η Λίλιαν Χάρβει, ο Σαβάλλας και θα είχαμε κάνει κι εμείς καριέρα στο εξωτερικό όπως έκανε η Παξινού η Μελίνα ή η Ειρήνη Παπά αλλά επειδή η μητέρα μας σιγά σιγά τυφλωνότανε, ο καημός μας ήτανε να γυρίζουμε κάθε λίγο πίσω για τη μητέρα μας. Για την αρρώστια της μητέρας μας γυρίσαμε όλο τον κόσμο για να γίνει καλά, όπου μπορείτε να φανταστείτε, αλλά όλοι μας είπαν ότι η αρρώστια δεν γιατρεύεται. Θυμάμαι και πώς λεγόταν η αρρώστια: “μελαχρωστική αμφιβλιστρωιδίτις”. Η μητέρα μας ήτανε πάντοτε από κοντά σ’ εμάς, μέχρι το 40 που τυφλώθηκε εντελώς. Πήγε στην εκκλησία να ανάψει κεράκι να μας προσέχει ο Θεός και εκεί της ήρθε η μεγάλη αιμορραγία και τυφλώθηκε ολότελα».
«Θαυμαστές είχα πολλούς, τι να σου πω. Ρίχνανε τα γράμματα κάτω από την πόρτα και η πόρτα δεν άνοιγε. Έρχονταν κάτω από το σπίτι μας και τραγούδαγαν καντάδες και η μάνα μας έβγαινε στο μπαλκόνι με έναν κουβά νερό και τους το έριχνε στο κεφάλι – “άντε βρε να κοιμηθούμε”, τους φώναζε. Εμείς δώρα δεν δεχόμασταν ποτέ, μόνο λουλούδια. Κοσμήματα και κολιέ δεν τα καταδεχόμασταν. Μας κυνήγαγε τόσος κόσμος κι εμείς δεν σηκώναμε τα μάτια μας, κοιτάγαμε μόνο τη δουλειά μας, πώς θα κάνουμε σπιτικό, πώς θα βγάλουμε το σχολείο. Όλοι μάς ήθελαν για γάμο, κι είχανε να λένε για “τα αξιοπρεπέστατα αυτά κορίτσια που εργάζονται και έχουν μια μάνα τυφλή να ζήσουν”. Χαιρόμασταν σεβασμού».
«Εγώ δεν παντρεύτηκα ποτέ, παντρεύτηκα το θέατρο. Η αδελφή μου, όμως, παντρεύτηκε και έφυγε από το θέατρο το ‘67. Τελευταία παράσταση παίξαμε μαζί στην Αμερική. Εγώ, ωστόσο, εξακολούθησα την καριέρα μου, μόνη μου, η οποία συνεχίστηκε κανονικά – όσο ήμασταν, όμως, μαζί με τη Μαρίκα ήμασταν ένα ζευγάρι που δεν υπήρχε άλλο, ούτε στο εξωτερικό υπήρχε αντίστοιχο. Το ντουέτο “Άννα Μαρία” δεν υπήρχε πουθενά. Γι’ αυτό κι εγώ δεν επεχείρησα ποτέ να πάρω μία από τις δικές μας κοπέλες, τις όμορφες, τις ωραίες και να το ξαναδημιουργήσω. Εκείνη την περίοδο υιοθέτησα και το γιο μου, όταν αυτός ήτανε 18 χρονών. Ήτανε 17 χρονών παιδί και ήτανε τέτοια η λατρεία και η προσοχή του που με συγκίνησε – νέος ηθοποιός, παιδάκι. Τώρα το παιδί μου είναι 52 ετών. Είναι ο άντρας του σπιτιού μου. Αυτός με φροντίζει σήμερα, μου κάνει 100 τηλέφωνα την ημέρα μπας και γλίστρησα μπας και έπαθα κάτι, να δει τι κάνω και πως είμαι. Είμαι πολύ ευχαριστημένη».
«Θα ήμουνα αχάριστη -και προς τον Θεό και προς το κοινό- αν έλεγα ότι κάτι μου λείπει. Είναι λίγο να πω ότι έζησα μια μεγάλη ζωή. Γιατί τα έζησα όλα. Και χαρές, και πίκρες και θαυμασμούς -να μας σηκώνουν στα χέρια, να μας αποθεώνουν!-, βραβεία, διακρίσεις…Βγαίνω έξω, και θέλουν όλοι να με φιλήσουν, να μου μιλήσουν και να μου πούνε έναν καλό λόγο. “Αν ξαναγεννιόμουνα πάλι θεατρίνα θα γενόμουνα”, αυτό μου έλεγε και η Μαρίκα μου. Το ίδιο λέω κι εγώ σήμερα. Ο κόσμος, όταν παίζαμε στο θέατρο, σηκωνότανε όρθιος και μας χειροκροτούσε. Τους έλεγα: “Δεν πρέπει εσείς να σηκώνεστε και να μας χειροκροτάτε διότι εσείς μας θρέψατε, εσείς μας μεγαλώσατε, εσείς μας κάνατε αυτές που είμαστε. Εμείς πρέπει να κλίνουμε το γόνυ μπροστά σας…”».
xatzigeorgiou@yahoo.com
Φιλελεύθερα, 18.4.2021.