Υπάρχουν πάντα ασθένειες χωρίς συμπτώματα και ασθένειες δίχως πάντα θεραπεία αλλά δεν υπάρχει ασθένεια που να διαφεύγει για πάντα τον κίνδυνο διάγνωσης.
Το φθινόπωρο του 1990 η ανθρωπότητα υποδέχεται «Τα Καλά Παιδιά» του Μάρτιν Σκορσέζε. Οι ομότεχνοι υποκλίνονται, οι επαΐοντες αποθεώνουν. Οι θεατές βγαίνουν απ’ τις αίθουσες παραζαλισμένοι μετά από 146 αφιονισμένα λεπτά θείας βαρβαρότητας και τους επόμενους μήνες η ταινία τσιμπά κάθε σημαντικό βραβείο των Ενώσεων Κριτικών Κινηματογράφου από την Ανατολική ώς τη Δυτική Ακτή. Όμως τον Γενάρη, οι Χρυσές Σφαίρες ανταποδίδουν τα αργυρώνητα πυρά του Χένρι Χιλ – παρά τις 5 υποψηφιότητες και το οικουμενικό γκελ σε κοινό και κριτικούς, το φιλμ παραγκωνίζεται εντελώς. Προπομπός των σημαντικότερων βραβείων της βιομηχανίας του θεάματος από τότε, οι μετέπειτα 6 στιβαρές οσκαρικές ευκαιρίες συρρικνώνονται σ’ ένα δίκαιο αλλά μίζερο αγαλματίδιο (ο εκτροχιασμένος Τζο Πέσι για τον Β΄ Ανδρικό). Η ταινία που εκτόπισε το αριστούργημα των Σκορσέζε/Πιλέτζι; Η πολιτικώς ορθή, επικών διαστάσεων σαπουνόπερα του Κέβιν Κόστνερ «Χορεύοντας με τους Λύκους», μια παιδαριώδης, σιροπιαστή συγγνώμη τρίωρης διάρκειας που σήμερα βλέπεται μόνο σε περίπτωση υπογλυκαιμικού επεισοδίου. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του σχετικά άγνωστου 35άρη Κόστνερ του δίδει και το αντίστοιχο Όσκαρ (με αντίπαλο και τον Κόπολα για τον «Νονό ΙΙΙ»). Μόλις ο Τομ Κρουζ ανακοινώνει το νικητήριο όνομα, ο βραχύσωμος Ιταλοαμερικάνος -χωρίς γυαλιά τότε- χειροκροτεί στωικά και ανέκφραστα τον εγειρόμενο Κόστνερ. Στο αμέσως προηγούμενο φιλμ του, «Ο Τελευταίος Πειρασμός», ο Σκορσέζε αντιμετώπισε πλαγιομετωπικώς ρωμαιοκαθολικά ερωτήματα, που τον βασάνιζαν νηπιόθεν, με τη βοήθεια του Καζαντζάκη. To βράδυ της 13ης Φεβρουαρίου 1991 ίσως να κατέφευγε σ’ έναν άλλον Έλληνα, εάν τον γνώριζε, που αντιμετώπισε κατά μέτωπο εξίσου καταδυναστευτικά ερωτήματα. «Α, κύριε κύριε Μαλακάση / ποιος τελευταίος θα γελάσει;»
Στην αρχή του Goodfellas, πριν το περίφημο μονοπλάνο στο Copa, υπάρχει ένα άλλο τράβελινγκ, λιγότερο εμβληματικό αλλά εξίσου σπουδαίο. H κάμερα ελίσσεται μέσα στο στέκι της συμμορίας, το Bamboo Lounge, κάνει μια ελάχιστη στάση σ’ ένα θαμώνα, μετά πάει στον επόμενο, στον μεθεπόμενο κ.ο.κ. Το voiceover του πρωταγωνιστή κάνει τις συστάσεις, οι γκάνγκστερ σπάνε τον τέταρτο τοίχο και του λένε μια καλησπέρα. Αυτός εδώ είναι ο Frankie Carbone (“Uei che si dice? Come se va?”), αυτός εκεί είναι ο Frankie The Wop (“You stayin’ outta trouble?”), ο Fat Andy (“How ya doin’ buddy?”), πιο πέρα ο Freddy No Nose (“Hey pal”), o Pete The Killer (“I took care of that thing for ya”), μετά o Mickey Eyes (“What’s up guy?”) και τέλος ο Jimmy Two Times που τον φώναζαν έτσι «επειδή τα έλεγε όλα δυο φορές». Όταν τον κεντράρει ο φακός, ο Jimmy Two Times σηκώνεται απ’ το σκαμπό, φτιάχνει τη γραβάτα του και λέει στον δίπλα του “I’m gonna go get the papers, get the papers” (όχι δεν ήταν διαβαστεροί οι μαφιόζοι στα 70s, η φράση σημαίνει «πάω να φέρω παραδάκι»). Ο οπερατέρ τον ακολουθεί κατά πόδας ώσπου χάνεται στα άδυτα του μπαρ. Αυτό ήταν. Ούτε θα τον ξαναδούμε ούτε θα τον ξανακούσουμε. Συνολική προσφορά στην ιστορία του κινηματογράφου: 9 λέξεις σε 9 δευτερόλεπτα. Ο Jimmy Two Times έγινε viral εν τη γενέσει του, διατηρεί ολόφρεσκο εδώ και 30 χρόνια το cult status του, η ατάκα του βγήκε σε μπλουζάκι, τελευταία κυκλοφορεί σε gif και meme. Ολόκληρο το μονοπλάνο (με τίτλο “Introductions”) έχει 1 εκατομμύριο προβολές στο youtube και 1500 σχόλια – περισσότερα από χίλια είναι για τον Jimmy. Γιατί; Γιατί τόσο σουξέ; Γιατί ειδικά αυτός; Ο σχολιαστής Cavallero86 (σε φετινό σχόλιο) είναι διαφωτιστικός: «επειδή είναι η καλύτερη ατάκα έβερ, η καλύτερη ατάκα έβερ». Ο τραγουδοποιός The Boy (στο “Έτοιμοι Ένα”) ακόμα περισσότερο: «η επαναληπτικότητα στις λέξεις είναι η παντοδύναμη ποπ, ποπ, ποπ».
Διερωτώμασταν πόθεν προέκυψε η χαρακτηριστική και πρωτόφαντη επαναληπτικότητα στους διαλόγους του Οικονομίδη. Αν ψάχναμε στις καταβολές της κυπριακής του ανατροφής; Σε όλη την ελληνική παράδοση αναφύονται τέτοια φαινόμενα τήδε κακείσαι όμως στην Κύπρο το επαναλαμβάνειν ανάγεται σε κατ’ εξοχήν ενδημικό είδος με κραυγαλέα διαχρονικότητα. Από τα αυτόχθονα δημοτικά (π.χ. Του Αρμούρη «τζιαι πολοάται τζιαι λαλεί τζιαι λέει τζιαι λαλεί του / τζιαι πε μου πκοιος σου τό ’καμεν, τζιαι να τον ησκοτώσω / τζιαι πε μου πκοιος σου τό ’καμεν τζιαι να τον θανατώσω»), τις Ρίμες Αγάπης του 16ου αιώνα («το λασμαρίν τους άρρωστους μυρίζοντα βουθά τους / γιανίσκει και παρηγορά καμπόσον και βουθά τους»), τα πασίγνωστα παραδοσιακά («Σαράντα πήχες δίμιτον / σαράντα πήχες δίμιτον», «Κόρη Αρμενοπούλα / κόρη Αρμενοπούλα»), τα τσιαττιστά (όπου το δεύτερο μισό κάθε στίχου του τσιαττίσματος αντηχεί και αναπαράγεται εν χορώ από την ομήγυρη), τον Βασίλη Μιχαηλίδη («Θέλω να μείνω Κκιόρογλου, τζιας πα να με σκοτώσουν / ας με σκοτώσουσιν εμέν, οι άλλοι να γλιτώσουν») μέχρι τον αδιαφιλονίκητο γκουρού της επανάληψης Κώστα Μόντη (από πού να αρχίσει κανείς…ανοίξτε μια οποιαδήποτε σελίδα στα κουτουρού). Ή, φέρ’ ειπείν, τα παρακάτω λόγια του Γρηγόρη Αυξεντίου, όπως μας τα μάθαιναν κάποτε στο σχολείο. («Τότε ο Αντώνης Παπαδόπουλος ηρώτησε τον Αυξεντίου τι σκέφτεται να κάμη και ο ήρωας απήντησε με σταθερή φωνή: “Εγώ θα πολεμήσω και θα πεθάνω. Πρέπει να πεθάνω”. To “πρέπει να πεθάνω εγώ” o Αυξεντίου το επανέλαβε 3-4 φορές». Αυγουστή Ευσταθίου, Αι τελευταίαι στιγμαί του Αυξεντίου). Τα τωρινά καλαμαρίστικα του Οικονομίδη ίσως να αντιλαλούν τις αλλοτινές διπλοπενιές των κυπριακών του ακουσμάτων. Ίσως, μάλιστα, χάρη σ’ αυτό το μιξάζ να προκύπτει κελαρυστή, ελληνική καινούργια γλώσσα: «τα ντουί, ρε μ@%@κα / τα ντουί, ρε μ@%@κα / τα ντουί, ρε μ@%@κα».
Οι σημαντικότεροι εν ζωή ποιητές μας (Πασιαρδής, Χαραλαμπίδης, Βασιλείου), ογδοηκοντούτεις πια, δεν εμφάνισαν στο corpus τους καμιά αξιοσημείωτη ροπή προς την ανατροφοδότηση της έκφρασης διά του διπλασιασμού της φράσης. Ως προς τον Πασιαρδή, ειδικά, τούτη η παράλειψη μοιάζει δυσεξήγητη αφού διά ζώσης διατηρεί πάντοτε το χούι να λέει δυο φορές το ίδιο πράγμα όταν επιθυμεί να τονίσει κάτι. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, στο βιβλιοπωλείο «Γιαλούσα» επί των οδών Πειραιώς και Τομπάζη, ένα ηλιόλουστο, ράθυμο καλοκαιρινό απόγευμα, ο Σάββας Παύλου και ο Μιχάλης Πασιαρδής λογόφερναν πάνω απ’ το τάβλι εναλλάσσοντας ντόρτια με αντεγκλήσεις. Πίσω από την ταμειακή, ο Βάσος Φτωχόπουλος παρακολουθούσε με βαρεμάρα την κουβέντα και με αδημονία την παρτίδα αφού οσονούπω θα αντιμετώπιζε τον νικητή με έπαθλο ένα δεκάλιρο. Η αιτία της διαμάχης Παύλου-Πασιαρδή ήταν διάφορες ακριτομυθίες που κυκλοφορούσαν τω καιρώ εκείνω για τη σεξουαλική ζωή γνωστότατου -και προσφάτως τότε αποδημήσαντα- Ελλαδίτη ποιητή. Για τον Πασιαρδή, ο μακαρίτης κατείχε ανέκαθεν περίοπτη θέση στο προσωπικό του εικονοστάσι -μια θέση, ας πούμε, ανάμεσα στον Κυπριανό και τον Μακάριο-, οπότε αμυνόταν των επιθέσεων σαν τον πιο ακριβοπληρωμένο συνήγορο υπεράσπισης. «Μα γίνεται κύριε Μιχάλη» εξανέστη με τον γνωστό μισο-προβοκατόρικο, μισο-σοβαρό του τρόπο ο Σάββας, «γέρος άνθρωπος να γλείφει φοιτητριούλες;» Αν και μόλις μια δεκαετία μεγαλύτερος (50άρης ανάμεσα σε 40άρηδες), όλοι στη «Γιαλούσα» και στο «Αιγαίον» προσφωνούσαν τον Πασιαρδή απαρεγκλίτως «κύριε Μιχάλη». Δεν άκουσα ποτέ κανένα να του λέει «Μιχάλη» ή «κύριε Πασιαρδή». Και ο κύριος Μιχάλης με το που άκουσε την ερώτηση-παγίδα, έριξε τη ζαριά που είχε στην παλάμη, μετακίνησε τα πούλια στο τάβλι, κοίταξε τον Σάββα και τραβώντας την πίπα απ’ το στόμα είπε μειλίχια: «Ήταν μερακλής πολλά, κουμπάρε, ήταν μερακλής πολλά».
Υπάρχουν πάντα ασθένειες χωρίς συμπτώματα και ασθένειες δίχως πάντα θεραπεία αλλά δεν υπάρχει ασθένεια που να διαφεύγει για πάντα τον κίνδυνο διάγνωσης. Στην υγειά μας ρε παιδιά.
Φιλελεύθερα, 18.4.2021.