«Contractions» του Μάικ Μπάρτλετ σε σκηνοθεσία Κίμωνα Φιορέτου.

Με την εργασία να καταλαμβάνει όλο και περισσότερο έδαφος στη ζωή των πολιτών του ύστερου βιοπολιτικού καπιταλισμού και με το «δουλεύουμε για να ζούμε» να μετατρέπεται σε «ζούμε για να δουλεύουμε», ο χώρος εργασίας γίνεται χώρος δράσης, ταυτίζεται με τον ιδιωτικό. Επενδύοντας χρόνο και ενέργεια δουλεύοντας, η ισορροπία χάνεται κι η εργασία γίνεται κύριο πεδίο κοινωνικών συναναστροφών.

Τις τελευταίες δεκαετίες οι μεγάλες εταιρείες πονοκεφαλιάζουν για τις προστριβές που προκύπτουν από τις ερωτικές σχέσεις μεταξύ υπαλλήλων ή και υψηλών στελεχών, με τα τμήματα ανθρώπινου δυναμικού να καταναλώνουν πολλές εργατοώρες για τη διαχείρισή τους. Στις ΗΠΑ αρχικά και στη Βρετανία αργότερα μεγάλοι όμιλοι άρχισαν να εντάσσουν άκομψες ρήτρες στα «ψιλά γράμματα» των συμβολαίων συνεργασίας με κύριο γνώμονα τη διατήρηση της αποδοτικότητας στα… σταχανοβίτικα επίπεδα.

Από αυτή τη συνθήκη εμπνέεται ο Άγγλος συγγραφέας Μάικ Μπάρτλετ για να χτίσει μια σύντομη, νοσηρά κωμική δυστοπία βγαλμένη από τους εφιάλτες του Κάφκα και του Όργουελ και να προβεί σε μια καυστική διαπίστωση: η έννοια της φροντίδας έχει απαγκιστρωθεί εντελώς από την έννοια της ενσυναίσθησης. O Μπάρτλετ είναι συγγραφέας του περιβόητου «Cock» που ανέβασε ο ΘΟΚ το 2017 και, αν ενθυμείστε, αποτέλεσε ένα πολύτιμο μάθημα κοινωνικής αναμόρφωσης για την τοπική κοινότητα της Σωτήρας… χωρίς καν να παρουσιαστεί.

Η νεοσύστατη ομάδα Anyhow Theatre Ensemble κάνει ντεμπούτο στα εγχώρια καλλιτεχνικά δρώμενα με το έργο «Contractions», ποντάροντας σ’ ένα κείμενο που είναι σύγχρονο, ολιγοπρόσωπο, σφιχτό και σκαμπρόζικο με έξυπνους, κοφτούς και ελλειπτικά ρυθμικούς διαλόγους. Αρχικά, ο Μπάρτλετ το είχε προτείνει ως ραδιοφωνικό δράμα υπό τον τίτλο «Love Contract» για να εξελιχθεί τελικά σε θεατρικό και να πρωτοπαρουσιαστεί στο Royal Court του Λονδίνου το 2008 -έναν χρόνο πριν το «Cock».

Στην Κύπρο δεν το βλέπουμε για πρώτη φορά, αφού μια «πειραγμένη», site- specific εκδοχή του υπό τον τίτλο «Συµβόλαιο Εργασίας» είχε παρουσιαστεί το 2012 σε συμπαραγωγή των ομάδων Fresh Target και Paravan Proactions, σε σκηνοθεσία του Πάρι Ερωτοκρίτου. Τότε μάλιστα, ο 2ος όροφος του κτηρίου της RAI είχε μετατραπεί σε υπερσύγχρονο γραφείο πολυεθνικής και οι θεατές καθόντουσαν στο τραπέζι συνεδριάσεων ως «συνένοχα» διοικητικά στελέχη.

Στην παράσταση που σκηνοθετεί ο Κίμων Φιορέτος βλέπουμε κάτι εντελώς διαφορετικό. Είναι μια πρόταση λιγότερο τολμηρή φορμαλιστικά, πιο συμβατική, λειτουργικά απλουστευτική αλλά με μεγαλύτερη σαφήνεια και πίστη στο κείμενο και με ανάλογη αυτοπεποίθηση. Ο Φιορέτος δείχνει διαβασμένος ως προς τα γούστα του συγγραφέα, επιτρέποντας στους προβληματισμούς αιχμής του Μπάρτλετ να ξεδιπλωθούν εκτενώς. Το έργο είναι μια σκωπτική καταγγελία και μια προφητική μεταφορά όχι τόσο για την αυξανόμενη αδιακρισία και εισβολή των μεγάλων επιχειρήσεων στην ιδιωτική ζωή των υπαλλήλων τους, όσο για την κλιμακούμενη ατμόσφαιρα τρόμου, ψυχολογικού εκβιασμού και εκμετάλλευσης της απόγνωσης του εργαζόμενου σε μια κοινωνία ανεργίας και ανασφάλειας. Το αδυσώπητο ερώτημα που προτάσσεται είναι το εξής: πόσο μακριά θα φτάνατε για να διατηρήσετε τη δουλειά σας αλλά και ν’ ανελιχθείτε;

Η απρόσωπη και ανώνυμη Μάνατζερ δοκιμάζει τα όρια της αυτοεκτίμησης της επώνυμης Υπαλλήλου κάνοντας αυθάδικα φύλλο και φτερό την ιδιωτική της ζωή. Παίζει μαζί της –και με τον θεατή- όπως η γάτα με το ποντίκι σφίγγοντας συνεχώς τον κλοιό. Ο χαρακτήρας που ενσαρκώνει η Νάγια Αναστασιάδου παραμένει σε όλο το έργο ερμητικά κλεισμένος στο καβούκι του και πεισματικά ταμπουρωμένος πίσω από το φαρισαϊκά χαμογελαστό προσωπείο του. Τα στοιχεία του είναι διογκωμένα, σχεδόν καρικατουρίστικα και δεν εξελίσσεται σχεδόν καθόλου, ξεκόβοντας κάθε περιθώριο συναισθηματικής εμπλοκής.

Αρχικά, η ερμηνεία της ηθοποιού καθώς αποτυπώνει αυτόν τον συνδυασμό επαγγελματικής κυνικότητας και παγερής αβρότητας, ξενίζει, δίνει την εντύπωση ότι «φαλτσάρει» και διογκώνει τον άτεγκτο αυτόν χαρακτήρα με υπερερμηνευτική προσέγγιση. Καθώς όμως ξεδιπλώνεται η υπόθεση εργασίας του δράματος, αποκαλύπτεται η πρόθεση του σκηνοθέτη να προσδώσει έναν παθητικά απειλητικό ζήλο στον χαρακτήρα της Μάνατζερ, που δεν έχει απαραίτητα σαδιστικές αλλά μάλλον χρησιμοθηρικές προθέσεις.  

Δεν ξέρω αν το έργο της Κρίστης Χαραλάμπους, που κλήθηκε να παίξει έναν εξελισσόμενο χαρακτήρα, ήταν τελικά δυσκολότερο ή ευκολότερο. Η ηθοποιός πάντως παίζει πιο ρεαλιστικά, αποφεύγει τις υπερβολές και οικοδομεί την πορεία της Έμμα από την πρόσχαρη και πειθήνια υπεύθυνη πωλήσεων στη θυματοποιημένη, ψυχικά συντετριμμένη και τελικά αποκτηνωμένη αριβίστρια με τη συνεχή εντύπωση του ατόμου που αγωνίζεται να διατηρήσει την αυτοκυριαρχία του.

Αν στόχος του σκηνοθέτη ήταν να κάνει το φρικώδες και εξωφρενικό να μοιάζει οικείο, τότε το πέτυχε. Σε καθεμιά από τις 14 τρίλεπτες περίπου σκηνές, που εναλλάσσονται με τα ορόσημα που θέτει το video mapping του Στέφανου Παπαδά και τα ηχητικά τοπία των  Λευτέρη Δασκαλαντωνάκη / Κωνσταντίνου Φιορέτου, υπάρχει μια διαρκώς αυξανόμενη αίσθηση έντασης και παγίδευσης. Μέχρι και την ανατροπή με την αντιστροφή στην ισορροπία ισχύος, αποκαλύπτεται βήμα- βήμα και με γεωμετρική πρόοδο ο μακάβριος παραλογισμός της οικονομικής αδηφαγίας.

Ο σκηνικός και φωτιστικός σχεδιασμός της Σεσίλιας Τσελεπίδη και τα κοστούμια της Ελένης Ιωάννου ακροβατούν υπαινικτικά ανάμεσα στις αντιφάσεις του έργου και σκαριφίζουν αποτελεσματικά τα καταιγιστικά του μηνύματα.

Φιλελεύθερα, 18.4.21