Διαβάζοντας τα τρία προηγούμενα εκτενή βιβλία συν ένα ολιγοσέλιδο του Γιώργου Πετούση αυτοαναφορικής ιστορικής αφήγησης και τα πέντε διηγήματα στις 70 σελίδες της πρόσφατης συλλογής του, που διανθίζεται με σχέδια αριστοτεχνικής εικαστικής φιλοτέχνησης, ενδεικτικής εμφατικών στιγμιοτύπων, από την εγγονή του Αρετή Πετούση, επισημαίνουμε τα έκδηλα γνωρίσματα της γραφής του. Την ευέλικτη ικανότητα διαχείρισης της μεγαλύτερης είτε της μικρότερης φόρμας και τη γραμμική αφηγηματικότητα με αναδρομές συνειρμικών παρεκβάσεων και πειστικές περιγραφές παραστατικής εικονοποιίας με ζωηρούς διαλόγους καθημερινής συνομιλίας. Την ανάδειξη, κατ’ εξοχήν, αληθινών και όχι αληθοφανών ή φαντασιακών ιστοριών σε μυθοπλαστική εξεικόνιση και διηγηματική αποτύπωση μέσα από τις βιωματικές εμπειρίες και τις υποκειμενικές του προσλαμβάνουσες. Καθότι η ίδια η ζωή είναι μια πληθωρική διαστρωμάτωση πολλαπλών αφηγήσεων, που υπερβαίνουν συχνά τις πλέον ευφάνταστες εμπνεύσεις απροσδόκητων ανατροπών. Εξ ου και ο άνθρωπος ως «homo narrans», αξιοποιώντας την εγγενή δύναμη του λόγου, αισθάνεται την ανάγκη της μεταδοτικής εξιστόρησης είτε την τέρψη της ακρόασης μικρών ή μεγάλων, σημαντικών ή ασήμαντων διηγήσεων. Kατά τον Αμερικανό Ψυχολόγο Jerome Bruner, «η δημιουργία ιστοριών είναι το μέσο μας, για να συμφιλιωθούμε με τις εκπλήξεις και τα παράδοξα της ανθρώπινης συνθήκης».
Εύγλωττο παράδειγμα των ως άνω και άλλων παρεμφερών διαπιστώσεων είναι ο Γιώργος Πετούσης. Και μέσα από την παρούσα διηγηματική συλλογή δεν παύει με βαθύ αίσθημα νοσταλγίας να επιστρέφει στην πρώτη του πατρίδα της παιδικής ηλικίας, για να μοιραστεί με τους αναγνώστες του έντονες συγκινησιακές αναμνήσεις, αλλά και να καταθέσει επώδυνες μνήμες σε μια ταύτιση ενσυναίσθησης των δικών του πικρών βιωμάτων με τα δεινά συνανθρώπων του από τον ξεριζωμό της Μικρασιατικής Καταστροφής μέχρι την τραγωδία του 1974· χωρίς βεβαίως να ξεχνά ως διηγηματικό αντίβαρο και κάποιες εύθυμες νότες από το ρεπερτόριο της ενήλικης ζωής του.
Συγκεκριμένα, η αυλαία των ζωντανών του αφηγήσεων ανοίγει με το πρώτο διήγημα που επιγράφει με τον «ημι-κυπριακό» τίτλο «Οι κουρούπεττοι και η γυμνή τσιγάννα», όπου ο πρώτος χαρακτηρισμός αποδίδεται στους γύφτους και η «τσιγάννα», αν δεν πρόκειται περί ορθογραφικής παραδρομής, κατά σκόπιμη ειρωνική παραφθορά, ενδεχομένως, αναγραμματισμού παραπέμπει στο όνομα «Άννα». Ανάμεσα λοιπόν στους γύφτους που κατασκήνωναν στη «φραχτή», σε κάποιο κτήμα γειτονικού συγγενικού σπιτιού, με τα ζώα τους που έφερναν για πώληση ή ανταλλαγή, «καλλίκωναν», ήτοι πετάλωναν γαϊδάρους, «γάνωναν», στίλβωναν χαλκωματένια σκεύη και διάβαζαν στην παλάμη την τύχη, τα περίεργα παιδικά μάτια αντικρίζουν για πρώτη φορά γυμνό γυναικείο σώμα στο φιδίσιο ολόγυμνο κορμί μιας γυφτοπούλας με εβένινα μαλλιά, που λούζεται στην κουφάλα της τεράστιας γέρικης ελιάς. Μια εικόνα, που παρά τις μεταγενέστερες προσπάθειες να σβήσει η παιδική πρώτη «αμαρτία» του ηδονικού κρυφοκοιτάγματος, επανέρχεται στη σκέψη επιμένοντας κάθε φορά «γυμνή και πεισματάρα». Το διήγημα όπως εμφαίνουν οι ως άνω νύξεις, καθώς και άλλα της παρούσας συλλογής, συνυφαίνει στον αφηγηματικό του καμβά λαογραφικά έθιμα μιας άλλης ανεπίστροφης εποχής.
Το δεύτερο διήγημα, γραμμένο στο πλαίσιο του διαγωνισμού διηγήματος που προκήρυξε ο Σύνδεσμος Μικρασιατών Κύπρου το 2015, όσο φανταστική και αν είναι η σύλληψη της πλοκής του, απηχεί τις οιονεί μυθιστορηματικές περιπέτειες όσων προσφύγων γλύτωσαν τον σφαγιασμό από τους αιμοδιψείς νεότουρκους του Κεμάλ ή τον πνιγμό στην παραλία της Σμύρνης κατά την επιβίβασή τους σε πλοία ή βάρκες, για να μεταφερθούν ξεριζωμένοι σε πόλεις της Κύπρου και της Ελλάδας. «Το αναπάντεχο που έκρυβε το δώρο», σύμφωνα με τον περιγραφικό τίτλο της προκλητικής αναποκάλυπτης μέχρι τέλους αλήθειας, υπομιμνήσκει όχι μόνο τον χαμένο κρυμμένο γιο και κρυφοχριστιανό, αλλά και με αλληγορικό συμβολισμό μνημονεύει το διηνεκές πένθος της απώλειας των αγαπημένων πατρίδων της αείποτε Ελληνικής μας Μικρασίας.
Το τρίτο στη σειρά διήγημα, που δανείζει στη συλλογή τον τίτλο του, ανακαλεί τη δραματικότερη πτυχή της κυπριακής τραγωδίας για τη διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων, που άφησε ανεπούλωτες πληγές και που εξακολουθούν να αιμάσσουν σε όσους από τους συγγενείς τους παραμένουν εν ζωή. Αν ο συγγραφέας και πάντα πρωτοπρόσωπος αφηγητής παρηγορεί την υπάλληλο του Στάλω, επαναλαμβάνοντάς της καθησυχαστικά ότι ο δικός του ηρωικός αδελφός Σπύρος Πετούσης σκοτώθηκε την πρώτη μέρα της εισβολής, ενώ στην ίδια και στους γονείς της παραμένει η ελπίδα της ανεύρεσής του, εντούτοις τα ερωτηματικά διλήμματα τους ταλανίζουν περίλυπους έως θανάτου. Αν δεν είναι σκοτωμένος σ’ εκείνες τις άνισες προδομένες μάχες, μήπως τον έχουν εκτουρκέψει αιχμάλωτο κάπου στα βάθη της Ανατολίας, χάνοντας διά παντός τα ίχνη του; Έναντι της ατέλειωτης ατελέσφορης αναμονής και των φρούδων ελπίδων μήπως είναι λύτρωση η ταυτοποίηση των οστών του στο Ινστιτούτο Γενετικής και η κήδευσή του με απόδοση των νενομισμένων τιμών, όπως ακριβώς συμβαίνει στον επίλογο του διηγήματος;
Το τέταρτο διήγημα είναι εμπνευσμένο από «ένα πραγματικό γεγονός προς τα τέλη της Τουρκοκρατίας», όπως προεξαγγέλλει ο υπότιτλός του. «Ήταν περίοδος της Τουρτζιάς», τονίζει ο συγγραφέας, ανακαλώντας τα συμφραζόμενα των σκοτεινών εκείνων χρόνων, πέραν των σκηνικών επεισοδίων, που ζωντανεύει στις εν λόγω αφηγηματικές σελίδες. Ο αδίστακτος, ωστόσο, Αγάς της Συλίκους, μικτού χωριού μέχρι την Τουρκανταρσία του 1963, δεν θα καταφέρει να μαγαρίσει την παπαδιά, αφού βάσει συνωμοτικού σχεδίου που σκαρώνει με τον παπα-Γιώρκη θα τον κρεμάσουν από τον «γρίτζελλο» της καμάρας του σπιτιού.
«Η φαλάκρα» του τελευταίου διηγήματος υπαινίσσεται με τόνους αυτοσαρκασμού την αποδοχή της ηλικίας με τα όσα συνακόλουθά της.