O Γιώργος Μολέσκης γράφει ένα διήγημα με φόντο το Πάσχα

Ξημερώματα Μεγάλου Σαββάτου. Ο γέρο Αναστάσης σηκώθηκε νωρίς από το κρεβάτι, ύστερα από ένα δύσκολο και ταραγμένο ύπνο. Πάντα τέτοιες μέρες τον βασάνιζαν οι ίδιες σκέψεις και τα ίδια όνειρα. Και όσο περνούσαν τα χρόνια, οι περίοδοι αυτές της αϋπνίας μεγάλωναν. Όλο και πιο συχνά εφιαλτικά όνειρα διέκοπταν τον ύπνο του.  Ντύθηκε και βγήκε στην αυλή. Η γυναίκα του, που είχε σηκωθεί από τα χαράματα, βρισκόταν ήδη εκεί και ασχολιόταν με διάφορες δουλειές του σπιτιού και προετοιμασίες για τη μεγάλη γιορτή της Λαμπρής. Την είδε να σέρνεται εδώ κι εκεί με δυσκολία, με το γερασμένο και βαθιά ρυτιδωμένο πρόσωπό της,  τα αραιά άσπρα της μαλλιά και με μια μπαλωμένη ρόμπα να κρέμεται επάνω της, καθώς αυτός, ακουμπώντας στο μπαστούνι του, έβγαινε με βήματα αργά και ασταθή για να πάει στο καφενείο. Είχε την αίσθηση ότι τον τελευταίο χρόνο γέρασαν πολύ και οι δυο τους. Ποιος ξέρει πόσο θα κρατούσαν ακόμη. Ας ήταν έτσι. Αφού έφτασαν να γιορτάσουν ένα ακόμη Πάσχα με τα παιδιά και τα εγγόνια τους.

     Πέντε παιδιά, από καιρό μεγάλωσαν, παντρευτήκαν, άνοιξαν δικά τους σπίτια. Μείνανε οι δυο τους. Και δεν είχαν και τι να πουν ο ένας στον άλλο. Τόσα χρόνια τώρα, τα είπανε όλα, εκτός από ένα, που το απέφευγαν και οι δυο, παρόλο που τριγύριζε συχνά στο μυαλό τους.  Τους έκαιγε ακόμη σαν σίδερο καυτό και  δεν ήθελαν να το αγγίξουν. Ιδιαίτερα τις μέρες τούτες της Ανάστασης. Ήτανε όμως κι αυτό μέρος της ιστορίας τους, αναγκαίο ίσως για να υπάρξει αυτή η μέρα. Και τόσες άλλες!…  

     Βγήκε στον δρόμο για το καφενείο. Ύστερα θα ψώνιζε και το κρέας για τη σούβλα της Λαμπρής, που θα ερχόντουσαν τα παιδιά του να την ψήσουν στην αυλή τους.

     Περπατούσε αργά, ακουμπώντας στο μπαστούνι του, και χωρίς να το έχει σκεφτεί προηγουμένως, βρέθηκε να περπατά σ’ έναν άλλο δρόμο, παρακάμπτοντας τον ίσιο εκείνο που οδηγούσε στο καφενείο. Τα βήματά του τον έφεραν έξω από την εκκλησιά του χωριού. Οι νεαροί είχαν μαζέψει κιόλας ξύλα και τα είχαν στήσει σ’ ένα ψηλό σωρό για την αναστάσιμη πυρά, πάνω στην οποία θα έκαιγαν και το ομοίωμα του Ιούδα. Η ίδια ιστορία να επαναλαμβάνεται τόσα χρόνια, με άλλους τώρα πρωταγωνιστές, σκέφτηκε.

      Στάθηκε μπροστά στον σωρό με τα ξύλα, στον ίδιο εκείνο τόπο που στεκόταν πριν εξήντα τόσα χρόνια, και η σκέψη του τον πήρε πίσω, στη νύχτα μιας άλλης Λαμπρής: 

     … Η φωτιά έχει φουντώσει για καλά, αυτή η ίδια φωτιά που καίει μέσα του τόσα χρόνια και δεν λέει να σβήσει. Γύρω της στέκουνε οι νέοι όλοι του χωριού, ανάμεσά τους κι ο Κωστής. Η καμπάνα χτυπά επίμονα και γιορτινά καλώντας τον κόσμο στην εκκλησιά για τον Καλό Λόγο. Ο κόσμος αρχίζει να μαζεύεται, περνά δίπλα τους μες στο σκοτάδι, καθώς η φωτιά, που έχει κιόλας ανάψει, φωτίζει τα πρόσωπά τους. Έρχεται κι αυτή, με το στητό κορμί και το κλαδωτό γαλάζιο φόρεμά της. ‘Όλα τα βλέμματα των νέων καρφώνονται επάνω της… Η  καμπάνα συνεχίζει να  χτυπά επίμονα, ο κόσμος να μαζεύεται στην εκκλησιά… Η φωτιά ν’ ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά φωτίζοντας και παραμορφώνοντας ταυτόχρονα τα πρόσωπα… Κι αποτολμά ο Κωστής, ο αντίζηλός του,  που είχε έρωτα πολύ γι’ αυτήν, όπως κι ο ίδιος, να της πετάξει ένα πείραγμα για την πολλή ομορφιά της και να πει ακόμη, έτσι που να τον ακούσουν όλοι, κι ας ήταν αυτό ένα ψέμα, πόσο γλυκό ήταν το φιλί που του είχε δώσει!…  Τέτοια προσβολή μπροστά σε όλο το χωριό, τέτοιο  χοντροκομμένο ψέμα. Κι όμως το έκανε. Ίσως και για να τον πειράξει. Κι ας μην ήταν κακός άνθρωπος ο Κωστής. Ήταν όμως τόσο επιπόλαιος…  Αχ! Ποιος δαίμονας τον έσπρωχνε!…

      Και πότε έφερε το χέρι του στη μέση, πότε πήρε το μαχαίρι που ήτανε κρυμμένο κάτω απ’ το γιλέκο – και γιατί ήταν εκεί εκείνο το μαχαίρι – και πότε το χέρι του υψώθηκε και πώς σήκωσε το μαχαίρι και το κάρφωσε στην καρδιά του Κωστή!… Κι όλο χτυπούσε η καμπάνα κι όλο και πιο ψηλά ανέβαιναν οι φλόγες της φωτιάς, όσο να τα καλύψει όλα η κραυγή: «Φονικό!… Θάνατος!… Θάνατος!…» 

     Πάει στον τάφο ο Κωστής, αυτός στη φυλακή κι εκείνη κλαίει από πόνο και ντροπή κλεισμένη μες στο σπίτι…

     Πέρασε ο καιρός. Μεγάλος πόλεμος ξεκίνησε σε ξένους τόπους μακρινούς. Ζητούσαν εθελοντές να παν να πολεμήσουν. Ρωτούσαν και τους φυλακισμένους. Δήλωσε συμμετοχή. Καλύτερα στον πόλεμο παρά να βασανίζεται μέσα στη φυλακή από τις τύψεις και τον ερωτικό καημό. Βγήκε από τη φυλακή και πήγε  στρατιώτης. Ταξίδεψε σε άγνωστες του χώρες, γνώρισε άλλους ανθρώπους, πολέμησε, αιχμαλωτίστηκε, είδε από κοντά τον θάνατο. Τελικά σώθηκε και γύρισε στο χωριό του. Ρώτησε για εκείνη. Είναι στο σπίτι της κλεισμένη και μαραίνεται, του είπαν, νέα κοπέλα. Κι ο φταίχτης ήταν αυτός. Έστειλε τον πατέρα του να πάει να μιλήσει στον δικό της. Να του εξηγήσει. Να τον παρακαλέσει. Να τον πείσει… Έγινε αυτό που έγινε. Ήτανε όλα μια κακή στιγμή… 

     Παντρεύτηκαν, γέννησαν παιδιά, δούλεψαν σκληρά και οι δυο τους, πάλεψαν με τη φτώχια, τα μεγάλωσαν… 

     Μεταξύ τους μιλούσανε για όλα, εκτός απ’ τον Κωστή,  που άφωνος κι αθέατος γυρνούσε ανάμεσά τους, νέος πάντα, καθώς αυτοί γερνούσαν. Κάποτε έμπαινε τις νύχτες στο δωμάτιό τους και καθότανε αμίλητος σε μια γωνιά. Ήρθε στον γάμο το δικό τους, ερχότανε στους γάμους των παιδιών τους και περιφερότανε ανάμεσα στον κόσμο. Κι όταν πήγαιναν στο κοιμητήριο ν’ ανάψουν το καντήλι στους δικούς τους, περνούσαν κι απ’ τον τάφο του, κοντοστέκονταν για λίγο κι έσκυβαν το κεφάλι. Ποτέ τους όμως δεν μιλούσανε γι’ αυτόν. Ούτε και για την νύχτα εκείνης της Λαμπρής.

     Αλλά τώρα γιατί επέστρεψε ξανά, πρωινό Μεγάλου Σαββάτου, σε τούτο το μέρος!.. Και βλέπει κιόλας τη φωτιά να καίει. Κι ακούει την καμπάνα να χτυπά!…

     Ξέρει. Κι αυτή τη νύχτα, όπως τόσα χρόνια τώρα, θα τον δει να στέκει πλάι στην αναστάσιμη πυρά… 

     Τίποτε όμως δεν γυρίζει πίσω. Τίποτε δεν ξεγίνεται!… 

     Μα σάμπως τούτη τη φορά να είναι όλα διαφορετικά.