Παντελίτσα Μουζούρη Ταξιτάρη
Μια Σονάτα για την Αμμόχωστο
Εκδόσεις Αφή, 2020
Μ’ ένα άλλο ρίγος συγκινησιακής κατάνυξης ως εκ βαθέων ανασκίρτημα χριστιανικής χαρμολύπης διάβασα τα ποιήματα της παρούσας συλλογής, έχοντας την αίσθηση όχι της περιστασιακής περιδιάβασης, αλλά της ασθμαίνουσας λυγμικής ανάβασης σε τοπία αγαπημένα, στον τόπο της τραγωδίας και του μαρτυρίου.
Ωστόσο, ένιωσα κατ’ αρχήν να μοιράζομαι με τη φίλη συμπολίτιδα τη χαρά της πρώτης της συγκομιδής από τα επίλεκτα ποιητικά της άνθη, που κοσμούν την προσωπική σφραγίδα της δόκιμης γραφής της στην καλαίσθητη σειρά «Ποιητικές Φωνές» των εκδόσεων «Αφή». Σε συνάφεια του άνθινου εμβλήματός τους το ιδιοχείρως ζωγραφισμένο κρινάκι της προμετωπίδας, που επιμένει ν’ ανθίζει στο Ακταίο, με το καλλιτεχνικό αισθητήριο του Νικόλα Παπαγγελή. Δική του επίσης η φιλοτέχνηση των μινιμαλιστικών σχεδίων-«κοσμημάτων» στο εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο του βιβλίου: ορθόστητος ο ανεμόμυλος μπροστά στη γλαυκή μέθεξη ουρανού και θάλασσας με τη φτερωτή των αλλοτινών ονειρικών καιρών να εξακολουθεί περήφανη και σε πείσμα του κατακτητή να σημαδεύει τους ιωνικούς κίονες της Σαλαμίνας πίσω από το συρματόπλεγμα της τουρκοκατοχής. Σήματα κατατεθέντα της γενέτειρας της ποιήτριας, που προϊδεάζουν περιεκτικά τα σημαινόμενα των λυρικών κραδασμών και των περίσκεπτων αναστοχασμών της. Όλα αυτά τα ακριβά και πονεμένα θησαυρίσματα της ψυχής της, που αποτυπώνοντάς τα με οδύνη και σπαραγμό στο χαρτί αποπνέουν την απέραντη λύπη των 47 χρόνων προσφυγιάς και εξορίας από τη θαλασσοφίλητη πόλη μας, αλλά και, όπως το επί θύραις «Πάσχα του Θεού», την προσδοκία του σταυροαναστάσιμου θαύματος για επιστροφή.
«Μια Σονάτα για την Αμμόχωστο» επιγράφεται η συλλογή με τα τρία μέρη της πολυσημίας της να παραπέμπουν στις τρεις ομώνυμες κινήσεις της θεσπέσιας «Σονάτας του Σεληνόφωτος» του Μπετόβεν. Αφουγκραζόμαστε τους πιανιστικούς ήχους ν’ αναδύονται ολοζώντανοι μέσα από το καλλιμάρμαρο νεοκλασικό μέγαρο του Λυκείου Ελληνίδων Αμμοχώστου, συνομιλώντας με τα ακροτελεύτια εύηχα φθογγόσημα της ποιήτριας, αντί άλλων επεξηγηματικών επισημάνσεων. Υπό τον τίτλο «Σεργιάνι στην Αμμόχωστο τον Ιούλιο του 1974», μας καλεί να περπατήσουμε μαζί της εκεί όπου έμεινε καθηλωμένη η μνήμη και αναπόσπαστη αγρυπνεί η σκέψη της περισυλλογής. Κι εκεί όπου η καρδιά δονείται από σφύζουσα τοπολατρία μέσα στους ερωτικούς αναπαλμούς αισθημάτων πατριδογνωσίας, δίχως να παύει να μετρά τις ανοικτές αιμάσσουσες πληγές της. Την αναβίωση των βιωματικών βηματισμών της ιδίας και των συντοπιτών της αξίζει πρωθύστερα να μεταφέρουμε αυτούσια εδώ:
«… Αμμόχωστος – Οδός Δημοκρατίας – Λύκειο Ελληνίδων – το δικό μου Βαρώσι. Γεννήθηκα σ’ αυτή την πόλη. Την πόλη με τα χίλια χρώματα. Χρυσή, μενεξεδένια, πορτοκαλένια. Αναγιώθηκα με το μύρο των ανθισμένων πορτοκαλιών. Τον φλοίσβο της θάλασσας. Βούλιαξαν οι πατούσες στη χρυσή αμμουδιά της Γλώσσας εκεί στο Φάληρο, καθώς αγνάντευα στο βάθος τον βράχο με τους ήβους, την Καμήλα, ανάμεσα στο King George και το Ακταίο. Κι απ’ το Κωνστάντια ώς τις Λουλουδιές, χρυσή η άμμος και η Χρυσή Ακτή. Είναι που η θάλασσα πιο γαλάζια από γαλάζια και πιο χρυσή από χρυσή. Είναι που οι στίχοι του Ελύτη γίνονται ένα με την πόλη μου “ως άλλο Αιγαίο”. Είναι εδώ που προσκυνούμε το “Άξιον Εστί» και γονατίζουμε στα χρώματα και στο φως του στίχου του. Από μικρό παιδί τα βήματά μου μ’ οδηγούσαν στην Ντάπια, τον προμαχώνα στο Κάστρο της Αμμόχωστος, εκεί που ατέλειωτα δειλινά ψηλαφούσα τον Τοξότη, ένα ξεχωριστό στην ομορφιά, από τους τρεις προμαχώνες του Πύργου του Οθέλλου. Βήμα με βήμα, σπιθαμή προς σπιθαμή το μετρώ το Καστέλλι της Αμμοχώστου. Ώς την Porta del Mare, την πύλη που οδηγεί στο Λιμάνι, καθώς αχνοφαίνεται το νησάκι της Αγίας, Santa Caterina, που η παράδοση το δένει με την Αγία Αικατερίνη. Περιδιαβάζω την Πόλη και χάνομαι στα περιβόλια του Αγίου Μέμνομα, του Κάτω Βαρωσιού, του Αγίου Γεωργίου (Φάραγγα), του Αγίου Λουκά. Εκτάσεις που παλιά άγγιζαν το κύμα. Κι εγώ, ακόμη στα λευκά σκαλοπάτια, μετουσιώνω τη μουσική σε στίχο για μια πόλη χρώμα και φως, προσμένοντας, ως θεία μελωδία να ξεχυθεί ξανά στους δρόμους η Σονάτα της Πόλης ως Επινίκιος Ύμνος Χαράς και Λύτρωσης.».
Σε αντίθεση, αλίμονο, με τις τότε καλές μέρες των ανθισμένων περιβολιών, του φωτός και των αισιόδοξων χρωμάτων, το δράμα των κατοπινών δίσεκτων χρόνων στο σκότος των αδιεξόδων και στο έρεβος των ανεκπλήρωτων πόθων, στον σκοταδισμό των στημένων οδοφραγμάτων και στη θλιβή της απουσίας των βίαια ξεριζωμένων ανθρώπων. «Εκεί…/ Στην Έγκωμη/ Στη Σαλαμίνα/ που τη λένε Βορρά», όπου σε κυριολεκτική ομοηχία «…ο Βοριάς/ πάγωσε τα πάντα». Ελεγειακοί οι στίχοι του πρώτου και του δευτέρου μέρους ν’ αριθμούν με αργούς δύσκαμπτους ρυθμούς στην κλεψύδρα της χρυσής άμμου τους αμέτρητους κόκκους αιώνων απαντοχής, συλλαβίζοντας μαζί στο ομώνυμο ποίημα τις υπό κατοχή ταυτόσημες έννοιες «Ε-λευ-θε-ρί-α» και «Αμ-μό-χω-στος». Ανάγλυφες υπεραφθονούν οι συμβολικές περιγραφικές εικόνες, όπως «Η Βουκεμβίλια», που στο «ξεχαρβαλωμένο σπιτικό του νόστου» «με τα άλικα πέταλά της/ κέντησε τη λέξη/ Βαρώσι» είτε «Το Γιασεμί», που «ζωγράφισε το μονοπάτι/ της επιστροφής».
Την παρακοή ωστόσο του «χρησμού» για τη συμφορά της προδομένης πατρίδας και την άλωση της άλλης «Βασιλεύουσας», τον θρήνο και την οιμωγή για την κουρσεμένη «ρημαγμένη γη» διαδέχεται στο τρίτο μέρος η πολυφωνική επινίκια ωδή και ο δοξαστικός ύμνος της ποιήτριας στην πόλη της: «Γλυκό της γης αραξοβόλι, πόλη μου./ “Δοξάσατε λαoί!”».
Και άξιον εστί το μέλος της Αμμοχωστιανής αυτής ποιητικής φωνής!