Τα μεγάλα έργα Τέχνης της ζωής, δεν υπήρξαν ποτέ τους μονοσήμαντα.

Όποτε ακούω τα παλιά τραγούδια του Γιάννη Πουλόπουλου, όποτε πιάνει Μάης κι όποτε πλατιά ο ήλιος χαϊδεύει τα δέρματα ανάμεσα στα κοντομάνικα και στις βερμούδες με τις εκτεθειμένες γάμπες, θυμάμαι την Ίο – ένα αουτσάιντερ νησί χωρίς την τουριστική ανάπτυξη της Σαντορίνης, της Πάρου ή της Νάξου που την περιβάλλουν, με μυρωδιές από ψημένες και με μπαχαρικά πασπαλισμένες ντομάτες, τηγανισμένο χταποδάκι με αγριόχορτα των χωραφιών, αλατισμένες πατάτες κομμένες στο χέρι και λαδωμένη «χτυπητή» απ’ τον Κάμπο· ένα νησί χωρίς τις υστερίες άλλων κυκλαδίτικων νοοτροπιών «αρπαγής» του τουρίστα, τότε που οι αγελάδες ήταν παχιές (ή του ντόπιου που υποδύεται τον τουρίστα). Ή, τουλάχιστον, έτσι την έχω στο μυαλό μου είκοσι χρόνια μετά, αφότου πήγα εκεί για τελευταία φορά, οδηγημένος από τους γονείς μιας εφήμερης σελέμπριτυ για τη δουλειά μας, μέσω ενός δρόμου-φιδιού κι ανεβοκατεβάσματα ιλίγγου σε βράχια ως την παραλία του Παπά που καμία σχέση δεν έχει με εκείνην του Μυλοπότα – εκεί όπου «αποστέλλονται» με τα πούλμαν οι «ξένοι» για να παίξουν με τις ρακέτες και να καβαλήσουν τζετ σκι αδιασάλευτοι. Θυμάμαι τις ανοιχτές πόρτες ενός αυτοκινήτου αμμουδιασμένου ως το χερούλι της πόρτας με τα άπαντα του τραγουδιστή που ήταν, περίπου, σαν λαϊκός ήρωας και «μύθος» άπιαστος για τον οδηγό του, τον Ζήσιμο, τον ευγενή μπαμπά της όμορφης Τζούλιας – πικρά, χαρούμενα και μελό τραγούδια σε εναλλαγή μ’ εκείνο το αντιπαράδειγμα του ερμηνευτή που αποσύρθηκε (εντελώς) πολλά χρόνια πριν πεθάνει κι είδε το έργο κι απ’ την ανάποδη πλευρά· την εξαφανισμένη. 

«…Έπεφτε βαθιά σιωπή

στο παλιό μας δάσο

“τρέξε να σε πιάσω”

μου ‘χες πρωτοπεί.

Και όταν έτριζε η βροχή

στα πεσμένα φύλλα,

πόση ανατριχίλα

μέσα στην ψυχή…».

Το Σάββατο που πέθανε ο Πασιαρδής το Spotify με «οδήγησε» σ’ αυτόν τον προσεκτικό στις επιλογές τραγουδιστή που δεν τον θυμάμαι ποτέ να χαμογέλασε δημοσίως -ούτε στις ταινίες, ούτε στις σπάνιές του συνεντεύξεις- με τον οποίο ταυτίζονταν όσοι διέβλεπαν την δραματική χροιά στις ανθρώπινες πράξεις που δεν είναι ποτέ ολότελα ευτυχισμένες αν και με χιλιοστά χαράς ενίοτε: Ο συνταξιούχος από την Ίο που απολάμβανε στην παραλία της Ψάθης τις γυμνές πλάτες των νέων παιδιών που καβαλούσαν τα μηχανάκια και ο ποιητής που διαισθανόταν την μεθυστική παραφορά των στίχων που διάλεγε να πει ο Πουλόπουλος, ισιώνοντας τη γραβάτα του συγκινημένος βαθιά και παραγγέλνοντας άλλο ένα χαμηλό ποτήρι ουίσκι χωρίς πάγο· γεύση σκέτη και πικρή στα χείλη ως όφειλε σε ό,τι έλεγε πως στο μέλλον «θα μας βρει ανέτοιμους».

«…Ο παλιός φωνόγραφος

πάνω στο τραπέζι

έπαψε να παίζει

μέσα στη νυχτιά.

Το τραγούδι τέλειωσε

μα η λύπη μένει,

σαν ναυαγισμένη

στη θολή ματιά…». 

Όλα αυτά συνδέονται μεταξύ τους. Γιατί είναι για μια εποχή που δεν είναι πονηρεμένη και που οι άνθρωποι ήταν παρθένοι στις πράξεις τους, που ο τόπος σχημάτιζε σγουρά κύματα στα τόξα των κυμάτων και στις λέξεις, που ακούγεται με παφλασμούς και μικρά τετράστιχα· απλοϊκά, χωρίς «ειδικά βάρη», σχεδόν επιπόλαια βαδίζοντας στην αθωότητα που σιγά σιγά θα νέκρωνε. Μια παραφορά ενός κόσμου με ξεχαρβαλωμένα Fiat και σπάνιες ποιητικές συλλογές στο καπό, χωρίς φωνές, χωρίς αγωνίες, χωρίς εκείνους τους μεταμοντερνισμούς των χαρακτήρων που τα σωματοποιούν όλα ενώ απλώς παραμένουν ψυχικές τρύπες που μόνο η μουσική κι οι ποιητές ξέρουν να επουλώνουν· και με λίγη οπτική απ’ το Μαγγανάρι που μονάχα με μια βάρκα προσέγγιζες τη χρυσή του απ’ τους κόκκους παραλία. Απροσπέλαστα, όπως όλα τα σπάνια που σου θυμίζουν κάτι από τότε που μπουσουλούσες, από εκείνο που σε συνεπαίρνει αλλά δεν ξέρεις από πού προέρχεται στα σίγουρα.

«…Kι εγώ θα κόψω το φεγγάρι

θα σ’ το καρφώσω στα μαλλιά

και σαν πλαγιάσουμε θα έχω

τον ουρανό στην αγκαλιά.

Kι όταν ξυπνήσουμε και πάμε

ξανά στα στέκια τα παλιά,

σκέψου τι όμορφη που θα ‘σαι

με το φεγγάρι στα μαλλιά…».

Το πρόσωπο μπορεί να δείχνει φαιδρό για κάποιους, όταν για αναίτιους λόγους εκτίθεται προκειμένου να διασφαλίζει αυτό που το ανέμελο μυαλό του αφέθηκε στο να εμπιστευτεί σα να ‘ταν και η πραγματική ζωή ένα ατέλειωτο πάρτυ χωρίς απατεώνες: Τα χρήματα για την επιβίωσή του (πια). Όμως, έχοντας ο ίδιος διασαλεύσει συθέμελα τη ζωή του, έχω πάντοτε εμπιστοσύνη σ’ αυτά που σε αποσπάσματα λέει σαρκάζοντας ο Λάκης Γαβαλάς -ο κάθε τέτοιος τύπος που τσακίστηκε και ξεχαρβαλώθηκε- που μοιάζουν με ποιητικά αποφθέγματα ενός σοφού πια ατόμου στην απόλυτη γνώση του κόσμου. Βγαίνοντας κάποτε από τις Φυλακές Κορυδαλλού και εκτίοντας ποινές κοινού εγκληματία λόγω παρελθοντικών επιπολαιοτήτων με συγγενικά του πρόσωπα, θυμάμαι πως είχε σταματήσει μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες -ως σταρ που είναι- και με σοβαρότητα και πειθώ είπε με λίγες λέξεις εκείνο που ήδη ήξερε ο ερμηνευτής κι ο ποιητής κι η Ίος μέσα στην απείραχτή τους αύρα· μια υπενθύμιση στα προφανή και στην γελοιότητα των ανθρώπων που μας περιβάλλουν πια επικίνδυνα, αφού οι στέρεες βάσεις φαίνεται πως χάθηκαν εντελώς: «Είναι δώρο Θεού να ζούμε, να προχωράμε και να αποδείξουμε ότι τα πάντα στη ζωή δεν είναι ούτε τιμωρία, ούτε και μεγάλη ευτυχία. Είναι κάτι το ενδιάμεσο…». 

Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου (Μαγγανάρι, Ίος).

xatzigeorgiou@yahoo.com

Φιλελεύθερα, 9.5.2021.