Μην ακούς τους αγγλοσάξονες, κρίνε ένα βιβλίο απ’ το εξώφυλλό του – το εξώφυλλο είναι μπούσουλας, το εξώφυλλο είναι βάμμα ιωδίου.
Η πολύκροτη αυτοβιογραφία του Γούντι Άλεν κυκλοφόρησε πέρσι, αρχές άνοιξης, στο πρώτο κύμα της πανδημίας. Πέρασε από καβδιανά δίκρανα -όχι λόγω του ιού- μέχρι να φτάσει στο τυπωθείτω. Ελληνιστί, την είδαμε γύρω στα Χριστούγεννα. Το αμερικάνικο εξώφυλλο είναι ακριβώς το ίδιο με το δικό μας. Και με το αγγλικό, το ισπανικό, το γαλλικό και το γερμανικό (μόνο οι Ιταλοί, έμπλεοι συνδρόμου ανωκατωτερότητας ως συνήθως, έκαναν του κεφαλιού τους). Δεν είναι καθόλου αυτονόητη η τόση ομοιομορφία. Η επιλογή του όλου αμπαλάζ (από τις μακέτες μέχρι την τιτλοδοσία) επαφίεται συνήθως στον εγχώριο εκδότη ο οποίος προσαρμόζει το προϊόν στις ανάγκες της τοπικής αγοράς. Αυτά κατά κανόνα διότι υπάρχει κι η εξαίρεση Σάλιντζερ. Ο μύθος λέει πως ο συγγραφέας του Χόλντεν Κόλφιλντ, λίγο προτού γίνει άφαντος, απαίτησε όλο του το έργο να εκδίδεται -σ’ όλες τις εκδόσεις και σ’ όλες τις γλώσσες- με την ίδια συνταγή εξωφύλλου/οπισθοφύλλου η οποία αποτελείται από δύο απλά κι εύκολα υλικά: τίτλος και όνομα. Σε μονόχρωμο φόντο χωρίς καμιά άλλη λέξη ή εικόνα. Ο εκδότης μπορούσε, εφόσον το έρινε σκόπιμο, να προσθέσει κάπου -κατά προτίμηση στη ράχη, με μικρά γράμματα- την εταιρική επωνυμία του. Ο σχεδιαστής μπορούσε να αναδείξει το ταλέντο του -αν είχε- στην επιλογή τυπογραφικών στοιχείων και φωτοσκίασης. Αν κρίνουμε από τις ανά καιρούς ελληνικές εκδόσεις, η επιθυμία του έγινε εν μέρει σεβαστή.
Το εξώφυλλο του «Σχετικά με το Τίποτα» (πρωτότυπος τίτλος “A Propos of Nothing”) είναι στρατηγικά σχεδιασμένο. Ευμεγέθη άσπρα γράμματα σε μαύρο φόντο με τη χαρακτηριστική γραμματοσειρά (κάπως παλιακή, κάπως ανέμελη) που ακολουθείται ευλαβικά -με ελάχιστες παρασπονδίες- στα εναρκτήρια credit των ταινιών του Νεοϋορκέζου από τον «Νευρικό Εραστή» (“Annie Hall”) του 1977 ίσαμε σήμερα. Είναι έτσι φτιαγμένο ώστε βλέπεις το εξώφυλλο και παβλοφικά υγραίνονται οι δακρυικοί αδένες σου προετοιμάζοντάς σε για κανένα κάδρο του Γκόρντον Γουίλις – μόνο η τζαζ υπόκρουση λείπει. Για τους χίπστερς που βλέπουν Wes Anderson: η συγκεκριμένη γραμματοσειρά λέγεται Windsor EF Light Condensed. Για τους χίπστερς που ακούνε Larry Gus: Στον «Νευρικό Εραστή», ο Άλβι Σίνγκερ (Άλεν) και η Άννι Χολ (Κίτον) περιμένουν στην ουρά του σινεμά και ο πίσω τους αγορεύει περισπούδαστα στη συνοδό του για τη φιλοσοφία του -πολύ της μόδας τότε- Μάρσαλ Μακ Λιούαν. Ο Άλεν εκνευρισμένος φεύγει απ’ τη γραμμή, βγαίνει απ’ το σετ και τραβολογάει στο πλάνο τον Καναδό αυτοπροσώπως, με σάρκα και οστά. «Σας άκουγα. Δεν έχετε ιδέα για το έργο μου» λέει ο cameo θεωρητικός στον σπασαρχίδα σινεφίλ. «Αχ, να ’ταν κι η ζωή έτσι…» λέει στους θεατές ο Άλβι Σίνγκερ. Oι παλαιότεροι θυμούνται πως Μακ Λιούαν έγινε κοινόχρηστο όνομα κυρίως για την ατάκα του «το μέσο είναι το μήνυμα» και η οποία παρερμηνεύτηκε κατά κόρον. Ωραία λοιπόν, το εξώφυλλο είναι copy/paste των credits των ταινιών. Ε, και; Τι πρέπει να καταλάβουμε από την τόση γραφιστική συνέπεια; Τι πρέπει να συμπεράνουμε από την επιλογή (μήνυμα) αυτού ειδικά του εξωφύλλου (μέσο);
Στην αυτοβιογραφία (η αλέγρα μετάφραση του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη, καίτοι κάπως ξεπέτα, θα έπιανε τον φιλοπαίγμονα σφυγμό του πρωτοτύπου ακόμη κι αν το “indeed” δεν μεταφραζόταν «τωόντι»), ο Άλεν λέει δυο λόγια για κάθε έργο του. Το «Ζέλιγκ» (1983), από τα ωραιότερα και πιο πρωτότυπα της φιλμογραφίας του, έχει την τιμητική του αφού μας εξηγεί τι-θέλει-να-πει-ο-ποιητής: «To Ζέλιγκ είχε να κάνει με το πώς όλοι μας θέλουμε να γινόμαστε αποδεκτοί, να ταιριάζουμε κάπου, να μην προσβάλλουμε, να υιοθετούμε όλο και πιο δημοφιλείς θέσεις. Στο τέλος η ιδεοληψία του Ζέλιγκ με τη συμμόρφωση τον οδηγεί στον φασισμό». Στο Ζέλιγκ, ο φερώνυμος ήρωας πάσχει από μια πάθηση που τον μεταμορφώνει σωματικά και διανοητικά κάνοντάς τον ευπροσάρμοστο σε κάθε συνθήκη. Το εξώφυλλο, λοιπόν, μας λέει ότι ο Γούντι Άλεν δεν έγινε Λέναρντ Ζέλιγκ. Ότι εξακολουθεί να είναι ο αστείος, γυαλάκιας Γούντι και όχι ο κατηγορούμενος, διάδικος Άλεν. Ότι εξακολουθεί να ζει παρέα με όλα τα σήματα κατατεθέντα (κλαρίνο, νευρώσεις, σκοροφαγωμένα πουλόβερ) τη συνηθισμένη, κανονική ζωούλα του (υπήρξαμε αυτόπτες μάρτυρές της τόσες φόρες στο σέλιλοϊντ) και όχι καμιά αρρωστημένη, αξιόποινη, καταστρεπτική ζωή όπως αυτή που του προσάπτουν η Μία, η Ντύλαν κι ο Ρόναν Φάροου (που δεν είδε κανείς μας). «Το είδος του μέσου» επιμένει ο Μακ Λιούαν «είναι πιο σημαντικό από το μήνυμα που κουβαλά». Μια αυτοβιογραφία -ειδικά μια τέτοια αυτοβιογραφία- με εξώφυλλο κομμένο και ραμμένο να συνοψίζει με τον πλέον χτυπητό τρόπο το oeuvre του δημιουργού της, υπενθυμίζει ότι ζωή και τέχνη είναι ένα και άρα δεν έχουμε περιέργεια να διαβάσουμε τι γράφει – θα είναι κλασικός Γούντι Άλεν. Είμαστε, ως ένορκοι κι ως κοινωνία των πολιτών, βέβαιοι ήδη. Μας το λέει όχι η συνείδησή μας -πάντοτε ευεπίφορη σε σφάλματα- αλλά η άκρη του ματιού μας που σαρώνει το βιβλίο στο διαδίκτυο ή στο βιβλιοπωλείο. Το εξώφυλλο μάς διαβεβαιώνει: ο Γούντι Άλεν είναι αθώος. Πάντοτε ήταν. Πάντοτε το ξέραμε.
Ανοίγοντας το πακέτο και προχωρώντας στο ψαχνό, παρατηρείται το ακριβώς αντίθετο εφέ από αυτό του να παρακολουθείς ταινία του Άλεν του 21ου αιώνα (με μιάμιση εξαίρεση). Θες να μην τελειώσει. Πνευματώδες αλλά στρωτό, ανάλαφρο σαν κομεντί και γρήγορο σαν stand-up, καίριο στο punchline και φαντεζί στα non-sequitur, αρκούντως αδιάκριτο και ελαφρώς politically incorrect (η αφιέρωση μας προϊδεάζει ιδανικά: «Στη Σουν-Γι, την καλλίστη. Της έδινα να τρώει απ’ την παλάμη μου και μετά πρόσεξα ότι μου έλειπε το χέρι»). Πραγματικά, δεν το χορταίνεις. Λες και έχουμε μπροστά μας τον διψασμένο 35άρη γραφιά του «Αν οι Ιμπρεσιονιστές ήταν Οδοντογιατροί» που επιζητά εναγωνίως την αποδοχή μας – συν μισό αιώνα (μη) σοφίας. Το διάβασα απνευστί στο λόκνταουν του Δεκέμβρη. Έτυχε να αναφέρω τις εντυπώσεις μου σε δυο παλιές φίλες, καλλιεργημένες και χαριτωμένες σαραντάρες πια, εξοικειωμένες εξ απαλών ονύχων με την ποπ κουλτούρα (όχι και τόσο αυτονόητο) και ακόμη σε εγρήγορση (καθόλου αυτονόητο) με τις οποίες μιλάμε πού και πού για θέματα που απασχολούν μάλλον τους μιλλένιαλς παρά τη γενιά μας. Γενικά τα βρίσκουμε. Εννοώ τα βρίσκουμε στις παρακαμπτήριες του εθνικού αυτοκινητόδρομου -που πηγαινοφέρνει με 120 χλμ/ώ την ημερήσια διάταξη- κατά μήκος των οποίων αναβοσβήνει η πινακίδα “First World Problems” τόσο επιδεικτικά που κανονικά θα έπρεπε να είναι αδιάφορη για αυτούς που όταν ένα δάχτυλο τους δείχνει το φεγγάρι βλέπουν το φεγγάρι και το βλέπουν χάρτινο και λαμπρό και τρύπιο και χλωμό και παντέρημο και σιωπηλό και άρρωστο και με μια χρονοκάψουλα καρφωμένη στο δεξί του μάτι και σαν ένα πράσινο φανάρι γεμάτο οινόπνευμα. Όσον αφορά το φεγγάρι με την αστερόεσσα του Άρμστρονγκ, το αφήνουν για αργότερα.
Η μια μου φίλη στραβοκατάπιε, άλλαξε θέμα και έχει να μιλήσουμε από τότε. Η άλλη, μου έγραψε ένα σεντόνι στο viber, κατά το ήμισυ επικριτικό για την αναισθησία μου, κατά το ήμισυ συγκαταβατικό με τον επαρχιωτισμό μου. Τη φαλλοκρατία μου την είχαμε ήδη δεδομένη από τον Ιούλιο του ’19 (όταν προσέτρεξα προς υπεράσπιση -όχι προς αθώωση- του Louis CK με αφορμή έναν κοινό γνωστό που έφαγε χι επειδή είχε πάει να τον δει στο Πειραιώς Academy) οπότε δεν χρειάστηκε να χάνουμε γκίγκα για να την διατρανώσουμε εκ νέου. Το μήνυμά της τέλειωνε έτσι: «Δεν είναι κουλ, δεν είναι οκέι. Οπότε κράτα το τουλάχιστον για τον εαυτό σου». Το κράταγα για τον εαυτό μου όταν μια άλλη βιογραφία -επίσης περιβόητη, επίσης αμφιλεγόμενη-, η πολυαναμενόμενη 800 σελίδων εγκεκριμένη και εξονυχιστική εξιστόρηση του Μπλέικ Μπέιλι για τον βίο του Φίλιπ Ροθ (φίλος της Μία Φάρροου, ανέκαθεν ξινός με τον Άλεν) αποσύρθηκε επισήμως στις 27 Απριλίου 2021 -πριν κλείσει μήνα στα ράφια- υπό το φως καταγγελιών για παρενόχληση και βιασμό που κατ’ ισχυρισμόν -ο Μπέιλι τα αρνείται- διαπράχθηκαν τη δεκαετία του ’90. Η αρχαιότερη (1912) και πολυπληθέστερη (9000 μέλη) συντεχνία Αμερικανών συγγραφέων, η Authors Guild, δυο μέρες μετά, Μεγάλη Παρασκευή, εξέδωσε ανακοίνωση. Άρχιζε κομ-ιλ-φο αναμασώντας τα κλισέ περί καταδίκης σεξουαλικών επιθέσεων αποδεχόμενη πως «το ζήτημα δεν είναι απλό» ωστόσο στη συνέχεια ξεθάρρευε, εγκαλούσε -με το γάντι- τον εκδοτικό οίκο για «ασύμμετρη αντίδραση», αποφαινόταν ευθαρσώς πως «η απάντηση στην καταπίεση δεν είναι η ανταποδοτική καταπίεση» και κατέληγε με διαπρύσιο σλόγκαν: Ένα βιβλίο είναι μεγαλύτερο από τον συγγραφέα του.
Α προπό: απ’ όλους τους υποκορισμούς της ελληνικής, το «φεγγαράκι» είναι o πιο αδόκιμος κι ο πιο μελετημένος. Σέ προσκυνῶ, γλώσσα. Και Βίκυ Φλέσσα.
Φιλελεύθερα, 9.5.2021.