Γιάννης Νικολάου, «243 Ατέλειωτες ώρες», Εκδόσεις Ηλία Επιφανίου, 2021.

Αν η δεύτερη δεκαετία του αιώνα μας σηματοδοτεί στα συγγραφικά δρώμενα και στο μέτρο των συμβατικών ορίων τη λογοτεχνία της κρίσης, τεκμαίρεται από πλειάδα έντεχνων παραλλαγών, που  χαρτογραφούν κεχωρισμένα ή σωρηδόν τα ολέθρια δεινά εντός και εκτός ευρωπαϊκών συνόρων.

Η οικονομική ύφεση, η εξάπλωση της τρομοκρατίας και των μεταναστευτικών ροών με τις κοινωνικοπολιτικές εκφάνσεις των γενεσιουργών αιτίων και των συνακόλουθων επιπτώσεων, συνιστούν κυρίως την ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης. Και επειδή ενός και πολλών κακών μύρια έπονται, η αρχή της τρίτης δεκαετίας μπορεί να αναφέρεται από τους μελετητές του παρόντος και του μέλλοντος σε μια λογοτεχνία της πανδημίας είτε της πανδημικής κρίσης ως κορύφωση της προηγούμενης.

Θα λέγαμε, «ίνα πληρωθή το ρηθέν», ότι «ουδέν κακόν αμιγές καλού» και κατά οξύμωρο σχήμα «χαράς ευαγγέλια», καθώς πολυειδής και ποικιλόθεμη η πανελληνίως ολοένα αυξανόμενη λογοτεχνική συγκομιδή, εμπνευσμένη από την όπου γης εισβολή των κυμάτων του κορωνοϊού, των μεταλλάξεων και των μαζικών τραγικών συνεπειών του, αλλά και από την οσημέραι εμβολιαστική καταπολέμησή του. 

Ωστόσο, ο κοινός τόπος της πλανητικής αυτής δυστοπίας, στον ορίζοντα της όποιας γραφής και  οιασδήποτε τεχνοτροπίας, ειδολογικής προσέγγισης και θεματικής ή διαθεματικής στόχευσης, εμφαίνει μιαν ευρέως αναγνωρίσιμη και διάχυτη ποιητική ενδιάθετων στοχασμών μέχρι τη  φλύαρη ρητορική επαναλαμβανόμενων εξωστρεφών σκέψεων. Ούτως ή άλλως, σε ευθύβολη αμεσότητα διαλεκτικής μέθεξης συγγραφέως και αναγνώστη στα επί μέρους τοπία του διανυσματικού λογοτεχνικού χώρου και στο αναπεπταμένο πεδίο της ουσιώδους πολιτισμικής παγκοσμιότητας, η συνισταμένη των πρόσφατων επώδυνων βιωμάτων συνοψίζει τον φόβο της αβεβαιότητας, τον κλυδωνισμό δεδομένων και στερεοτύπων και την υπό ακριβολογική πλέον έννοια περισυλλογή της υπαρξιακής αγωνίας. Προβάλλει επομένως όχι ως μακρινός απόηχος, αλλά επιτακτική τωρινή συνήχηση η μεταστροφή του ιδιωτικού βλέμματος και της ατομικιστικής ματιάς στην οπτική της πανανθρώπινης συλλογικότητας έως και την προοπτική της ανθρωπιστικής συναντίληψης και αγαπητικής ενσυναίσθησης.

Κάπως έτσι θα προλόγιζα το νεοεκδοθέν βιβλίο του δημοσιογράφου και συγγραφέως Γιάννη Νικολάου «243 ατέλειωτες ώρες» σε προϊδεαστική καλλιτεχνική επιμέλεια εξωφύλλου τού κατά κόσμον «Πιν», Πέτρου Παπαπέτρου. Θα μπορούσε να έχει επεξηγηματικό υπότιτλο τον γνωμικό αφορισμό «Κανένας άνθρωπος δεν πρέπει ποτέ να μένει μόνος του…», που επαναφέρουν εμφατικώς οι σελίδες με απόληξη το ομότιτλο ακροτελεύτιο κεφάλαιο και την ομώνυμη αποφθεγματική υπόμνηση.

Την τιμητική όμως θέση του προλόγου είχε ο Κύπρος Χρυσοστομίδης, ο οποίος μεταξύ άλλων ευστόχως επισημαίνει σε σχέση με τον καταναγκαστικό αυτοπεριορισμό στον οποίο υποβλήθηκε ο φίλος και εξάδελφός του συγγραφέας ως στενή επαφή επιβεβαιωμένου κρούσματος από τον ιό: «Στο κελλί του αντιλαμβάνεται, όπως και όλοι που βρέθηκαν σε καραντίνα ή σε απομόνωση, τον πέπλο της μοναξιάς, να βαραίνει και να οδηγεί σε μικρή ή μεγαλύτερη κατάθλιψη». Προσθέτοντας ότι η αποξένωση στερεί «το “μαζί”, αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης ανάγκης για αμφίδρομη επικοινωνία». 

Από την αρχή μέχρι το τέλος παρακολουθούμε τη βασανιστική περιπέτεια του Γιάννη, που θα μπορούσε να ήταν του καθενός μας, με διαφορετικά ή πανομοιότυπα αντανακλαστικά σε ισοδύναμες προφανώς συνθήκες αυτοεγκλεισμού που επιβάλλουν τα πρωτόκολλα της καραντίνας. Και διαβάζοντας απνευστί, σε αντανάκλαση της δικής του κομμένης ανάσας, έχεις την αίσθηση της ασθμαίνουσας σπειροειδούς συνέχειας στα συνεκτικά αλλά και αυτοτελή δεκαεννιά κεφάλαια σαν σε πρωτοσέλιδα ρεπορτάζ και τηλεοπτικούς ειδησεογραφικούς τίτλους ζέουσας επικαιρότητας.

Μέσα από την εντεινόμενη αυτοαναφορική διεργασία εσωτερικής δράσης σε αντιστικτικό κοντράστ με την εξωτερική αδράνεια μιας ανήσυχης ηρεμίας, ο οιονεί πρωταγωνιστής του δράματος αφηγείται σε πρωτοπρόσωπους εξομολογητικούς τόνους τις βιωματικές εμπειρίες των βασανιστικών αυτών δέκα ημερών. Με ζωηρή παραστατικότητα υποβλητικής εικονοπλασίας, βγαλμένης από διηγηματική εξιστόρηση ή μυθιστορηματική αναδιήγηση, συνυφασμένης ωστόσο με τις ανατροπές της ζωής στις πιο ευφάνταστες εκδοχές της, καταγράφει τους ενδόμυχους δαιδαλώδεις συλλογισμούς και τους συναισθηματικούς μετεωρισμούς, τις ψυχικές χαώδεις αντιδράσεις και τους αβυσσαλέους αρνητικούς προβληματισμούς μέσα από τις καθημερινές απαράλλακτες συνήθειες, όπου «Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει», σε μιαν άλλη Καβαφική «Μονοτονία». 

Η αμφιβολία, λοιπόν, σε όλη την κλίμακα των καταλυτικών διαβαθμίσεών της μέχρι τον πανικό και την απόγνωση της επίφοβης ψυχοδιανοητικής διαταραχής από τον «κεραυνό εν αιθρία» λόγω  επιβεβαιωμένου περιστατικού, τις «χίλιες σκέψεις, όλες κακές» εξ αιτίας «στενής επαφής» στο εργασιακό περιβάλλον μέχρι το πρώτο αχρείαστο «rapid test» και έως τη «μοναξιά…» και την κορύφωση της αγωνίας των «σκοτσέζικων ντους» εν αναμονή των αποτελεσμάτων μετά τη συμπλήρωση των ημερών της καραντίνας, όπως επιγράφονται τα αντίστοιχα κεφάλαια, τα συμβάντα εκτυλίσσονται σε ανεστραμμένους κινηματογραφικούς ρυθμούς αργής κίνησης. 

Στην εγκιβωτισμένη συνειρμική αφήγηση «Το μεγαλύτερο λάθος…» του εκτενούς φερώνυμου κεφαλαίου, ο Νικολάου αναθυμάται έναν άλλο δραματικό εν πτήσει αποκλεισμό την 11η Σεπτεμβρίου 2001, ημέρα της κατάρριψης των Δίδυμων Πύργων. Βρισκόταν σε δημοσιογραφική αποστολή για κάλυψη της συνόδου της Γενική Συνέλευσης των Η.Ε., χωρίς να μπορεί να κοινοποιήσει στο ΡΙΚ ότι ο Πρόεδρος Κληρίδης και η συνοδεία του ήταν καλά, αλλά και από αγωνία υπέρμετρου δημοσιογραφικού ζήλου αποξεχνώντας να στείλει μήνυμα στη σύζυγό  του. 

Ανάμεσα στις συνωθούμενες εναγώνιες σκέψεις και η σύγκριση με ανθρώπους που βίωσαν μόνοι την απομόνωση ή έζησαν την ίδια την ασθένεια, καθώς και η επανεκτίμηση της κλίμακας των απαράβατων και αδιαπραγμάτευτων αξιών, όπως η οικογένεια, η έμπρακτη συμπαράσταση στον συνάνθρωπο και η ιερότητα της φιλίας. Εξ ου και επιτάσσει στο βιβλίο τα σχόλια των συμπασχόντων «συγκρατουμένων» συναδέλφων του, με τους οποίους μοιράστηκε τις 243 ατέλειωτες ώρες.